ΥΠΕΝ: Επενδύσεις 33 δις ευρώ σε ενεργειακά έργα

ενεργειακά-έργα

Επενδύσεις συνολικού ύψους 33 δις ευρώ σε ενεργειακά έργα, κυρίως στους τομείς της παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας και των δικτύων και διπλασιασμό του μεριδίου των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας έως το 2030 ανακοινώνει ο υπουργός ΠΕΝ. Γ. Σταθάκης.


Με αναλυτικό άρθρο του στην «Ημερησία», ο ΥΠΕΝ παρουσιάζει τα έργα, τις δράσεις, τα μέσα και τα χρονοδιαγράμματα του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα και τις προτεραιότητες στον τομέα της ενεργειακής εξοικονόμησης. Αναλυτικά, στο άρθρο του Γ. Σταθάκη σημειώνονται τα ακόλουθα:

Επενδύσεις 33 δισ. ευρώ μέχρι το 2030

Η ενέργεια είναι ίσως ο πρώτος κλάδος στον οποίο επιβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα έχει αρχίσει να καθίσταται πόλος έλξης ξένων επενδύσεων.

Επιχειρηματικά funds και όμιλοι απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον ή έχουν ήδη επενδύσει σε κάποιον τομέα της ενέργειας.

Αυτό είναι περισσότερο αισθητό στις ΑΠΕ, όπου σχεδόν όλα τα έργα του πρώτου διαγωνισμού φωτοβολταϊκών υλοποιήθηκαν, ενώ έχουμε πλέον πολύ μεγάλα αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα να έχουν συμμετάσχει στους πρόσφατους διαγωνισμούς και να ετοιμάζονται να υλοποιηθούν.

Αν υπολογίσει κανείς και τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας για νέες άδειες, τότε το «ανεκτέλεστο» υπόλοιπο στις ΑΠΕ φτάνει στα επίπεδα των 5 γιγαβάτ, γεγονός που σημαίνει ότι μιλάμε για εν δυνάμει επενδύσεις πάνω από 3 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία.

Πέρα από τις ΑΠΕ όμως, το επενδυτικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται και σε άλλους τομείς, αν κρίνουμε από την περσινή πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ στη Snam, Enagas και Fluxys έναντι 535 εκατ. ευρώ ή από την είσοδο της κινεζικής State Grid στον ΑΔΜΗΕ.

Ομοίως, όσον αφορά στο λιγνιτικό δυναμικό της χώρας, ανάμεσα στους ιδιώτες επενδυτές που διεκδικούν το 40% της ΔΕΗ συγκαταλέγονται η κινεζική CHN Energy και η τσεχική Seven Energy.

Οι ελληνικοί υδρογονάνθρακες βρίσκονται επίσης ψηλά στην ατζέντα των long-term επενδύσεων, µε την αμερικανική ExxonMobil και τη γαλλική Total να ξεκινούν τις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Κρήτη σε κοινοπραξία µε τα Ελληνικά Πετρέλαια, ενώ η ισπανική Repsol δραστηριοποιείται στη Δυτική Ελλάδα.

Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των ελληνικών νησιών µε το ηπειρωτικό σύστημα, µε πρώτη τη διασύνδεση της Κρήτης (ήδη κατασκευάζεται το «μικρό» καλώδιο Πελοπόννησος και θα προκηρυχθεί άμεσα το «μεγάλο» καλώδιο µε αφετηρία την Αττική), απαιτούν επενδύσεις περί τα 3 δισ. ευρώ και αναμένεται η συμμετοχή ισχυρών παικτών της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς.

«Στα σκαριά» βρίσκεται επίσης σχέδιο της αμερικανικής Tesla για την ηλεκτροδότηση των µη διασυνδεδεμένων ελληνικών νησιών µε συνδυασμό παραγωγής από ΑΠΕ και μπαταρίες αποθήκευσης, σε αντικατάσταση των υφιστάμενων μονάδων ντίζελ.

Σοβαρές επενδύσεις θα κατευθυνθούν στην προώθηση της ηλεκτροκίνησης στις μεταφορές, αλλά και σε πολιτικές για την εξοικονόμηση ενέργειας σε όλους τους τομείς, όπως άλλωστε προβλέπεται από τον Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό.

Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ για τα προγράμματα «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον» αποτελούν ισχυρό μοχλό για επένδυση πολλαπλάσιων ιδιωτικών και τραπεζικών κεφαλαίων.

Συνολικά στον ενεργειακό τομέα προβλέπεται ότι τα επόμενα 12 χρόνια θα γίνουν σημαντικές επενδύσεις, ύψους περίπου 33 δισ. ευρώ, στους βασικούς τομείς του εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού.

Τα ποσά αυτά έχουν ξεκινήσει ήδη να επενδύονται, τόσο σε έργα υποδομής όσο και στην ανάπτυξη παραγωγικών μονάδων, και σε συνδυασμό µε τις τεράστιες αλλαγές που συντελούνται σε θεσμικό επίπεδο δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό ενεργειακό πεδίο σε σχέση µε σήμερα.

Είναι η περίοδος που όλα αλλάζουν στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη, και στην Ελλάδα πραγματοποιούνται δομικές αλλαγές τόσο στο επίπεδο της απελευθέρωσης των αγορών όσο και στη διαμόρφωση των στρατηγικών κατευθύνσεων τις οποίες οφείλει να ακολουθήσει η χώρα προκειμένου να παραμείνει στοιχισμένη πίσω από τις βασικές ευρωπαϊκές επιλογές.

Οδηγός των εξελίξεων η προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και βασικό εργαλείο τα άλματα της τεχνολογίας, που αλλάζουν το επενδυτικό τοπίο και τις προτεραιότητες.

Οι βασικοί άξονες του Εθνικού Σχεδίου

Η ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, το στοίχημα των νέων τεχνολογιών και οι νέες προοπτικές που διανοίγουν στην περιοχή η διεύρυνση της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια και οι ανακαλύψεις κοιτασμάτων υδρογονανθράκων αποτελούν τα βασικά κλειδιά για το πέρασμα στη νέα εποχή. στην σε µια κοσμογονία βρίσκεται ο κλάδος της ενέργειας, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, καθώς τρεις παράγοντες αλληλεπιδρούν, δρομολογώντας τον ριζικό μετασχηματισμό του:

  • η διεθνής προσπάθεια για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής και την αντιμετώπιση των συνεπειών της
  • οι μεγάλες αλλαγές που φέρνει η τεχνολογική πρόοδος τόσο στον τρόπο που παράγουμε όσο και στον τρόπο που καταναλώνουμε ενέργεια
  • οι νέες προοπτικές που δημιουργεί στην περιοχή η πιθανότητα διεύρυνσης της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια και οι ανακαλύψεις κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο

Η ελληνική κυβέρνηση, ήδη από το φθινόπωρο του 2015 και τη Σύνοδο των Παρισίων, που οδήγησε στην ομώνυμη Συμφωνία, επέλεξε να πρωταγωνιστήσει στις προσπάθειες συντονισμού των ενεργειών και στενής συνεργασίας κυβερνήσεων.

Το ίδιο πράξαμε και στο πλαίσιο της ΕΕ, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση φιλόδοξων στόχων για την αύξηση του μεριδίου των Ανανεώσιμων Πηγών στο ενεργειακό μείγμα και την εξοικονόμηση ενέργειας.

Σύμφωνα µε τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας προσέγγισε το 2017, στην Ελλάδα, το 17%, πλησιάζοντας τον στόχο του 18% που έχει υιοθετήσει η χώρα για το τέλος της δεκαετίας. Σαφώς και αυτό δεν αρκεί.

Για το 2030 ο στόχος είναι η αύξηση του μεριδίου στο 32%, δηλαδή σχεδόν ο διπλασιασμός του. Για να καταστεί αυτό εφικτό απαιτείται οργάνωση και σχέδιο.

Στις αρχές του έτους ολοκληρώθηκε η διαβούλευση και απεστάλη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, που περιγράφει τον τρόπο και τα μέσα µε τα οποία θα προχωρήσει η μετάβαση σε ένα «πράσινο μέλλον».

Παράλληλα η κυβέρνηση προωθεί τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να διευκολύνει την ανάπτυξη των ΑΠΕ.

Σε τελικό στάδιο βρίσκεται η αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού για τις ΑΠΕ, που συχνά στο παρελθόν προκαλούσε αντιπαραθέσεις των επίδοξων επενδυτών µε τις τοπικές κοινωνίες.

Εξαιρετικά είναι ήδη τα αποτελέσματα του αναθεωρημένου μηχανισμού στήριξης των επενδύσεων σε ΑΠΕ, καθώς οι σχετικές διαγωνιστικές διαδικασίες οδηγούν σε σημαντική υποχώρηση των τιμών, σε επίπεδα ευθέως ανταγωνιστικά µε τις τιμές των συμβατικών μεθόδων παραγωγής ενέργειας.

Το εθνικό σχέδιο προβλέπει, επίσης, σημαντικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της εξοικονόμησης ενέργειας.

Υπενθυμίζω ότι ζητούμενο είναι το 2030 να καταναλώνουμε τα δύο τρίτα της ενέργειας που θα καταναλώναμε µε βάση τις προβλέψεις του 2007.

  • Για να το επιτύχουμε αυτό, ξεκινάμε τις προσπάθειες από τα κτίρια όπου πραγματοποιείται σχεδόν το 40% της κατανάλωσης ενέργειας και όπου το σημερινό απόθεμα είναι ιδιαίτερα γερασμένο.

Ήδη υλοποιήθηκε το πρόγραμμα «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον ΙΙ» και το αμέσως επόμενο διάστημα θα υπάρξει νέα προκήρυξη, καθώς η εκπλήρωση των στόχων προϋποθέτει ετησίως να αναβαθμίζονται ενεργειακά περί τα 50.000 κτίρια.

Ουσιαστική συμβολή μπορεί να έχει και ο δημόσιος τομέας, όπου επίσης ξεκινάμε πρόγραμμα παρεμβάσεων εξοικονόμησης στα κτίρια, στοχεύοντας ετησίως στην ενεργειακή αναβάθμιση και ανακαίνιση του 3% του συνολικού εμβαδού των κτιρίων της κεντρικής δημόσιας διοίκησης.

Ένας δεύτερος καίριος τομέας παρεμβάσεων είναι οι μεταφορές, µέσω π.χ. της επέκτασης της χρήσης των βιοκαυσίμων και της ηλεκτροκίνησης.

Οι παραπάνω αλλαγές στον τρόπο που παράγουμε και καταναλώνουμε ενέργεια δεν ήταν εφικτές πριν από μερικές δεκαετίες.

Τα τελευταία χρόνια η τεχνολογική πρόοδος έχει θέσει τις βάσεις για ένα ποιοτικό άλμα στον ενεργειακό κλάδο αντίστοιχο εκείνου που συνέβη προ 25ετίας στις τηλεπικοινωνίες.

Αναπτύσσονται νέες μορφές παραγωγής από ΑΠΕ, όπως για παράδειγμα οι πλωτές ανεμογεννήτριες, που επιτρέπουν την αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας στο ιδιαίτερο ανάγλυφο του βυθού του Αιγαίου ή η γεωθερμία χαμηλής ενθαλπίας, που επιτρέπει την αξιοποίηση της θερμότητας στον αγροτικό τομέα.

Διευκολύνεται η επέκταση της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας σε εφαρμογές όπου μέχρι σήμερα δεν ήταν διαδεδομένη (π.χ. μεταφορές ή ψύξη-θέρμανση), επιτρέποντας την ταχύτερη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Κυρίως έχει υπάρξει σημαντική πρόοδος στην αποθήκευση ενέργειας, προϋπόθεση απαραίτητη για την αξιοποίηση πηγών ενέργειας που έχουν στοχαστική και όχι προβλέψιμη παραγωγή (αιολικά, φωτοβολταϊκά).

Μεγάλη αναμένεται και η συνεισφορά των νέων τεχνολογιών στα δίκτυα που επιτρέπουν τη διαρκή παρακολούθηση της κατανάλωσης, ενώ μέχρι σήμερα κυριαρχεί η χειροκίνητη καταγραφή ανά τετράμηνο.

Τα έξυπνα δίκτυα και οι έξυπνοι μετρητές επιτρέπουν την εξομάλυνση των ροών ζήτησης και προσφοράς ενέργειας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εξοικονόμηση αλλά και στον περιορισμό του κόστους.

Σε συνδυασμό µε τις νέες τεχνολογίες συσσώρευσης ενέργειας, τα έξυπνα δίκτυα θα μπορούσαν να επιτρέψουν στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας να αντλεί ενέργεια από τα άλλα ευρωπαϊκά δίκτυα όταν οι τιμές είναι χαμηλές και να διαθέτει σε αυτά ενέργεια όταν οι τιμές είναι υψηλές.

Οι αλλαγές που θα επιφέρουν όλα αυτά στον ενεργειακό κλάδο αναμένονται επαναστατικές, καθώς πέραν του τεχνικού κομματιού επηρεάζουν την ίδια τη δομή του κλάδου και τον ρόλο που μπορεί να έχουν οι διάφοροι «παίκτες»:

Οι καταναλωτές μπορούν να έχουν και τον ρόλο του παραγωγού, µέσω σχημάτων αυτοκατανάλωσης.

Κάτι που, µε τη σειρά του, επιτρέπει την εμπλοκή στον ενεργειακό μετασχηματισμό νέων παραγωγικών σχημάτων, όπως οι Ενεργειακές Κοινότητες.

Διευκολύνεται, επίσης, η καλύτερη διασύνδεση των περιοχών μέσα σε µία χώρα (η υποθαλάσσια διασύνδεση Αττικής – Κρήτης μέχρι πρόσφατα δεν ήταν τεχνικά εφικτή αλλά και των χωρών μεταξύ τους, είτε πρόκειται για ηλεκτρικές διασυνδέσεις είτε για αγωγούς καυσίμων.

Η ανάπτυξη των διακρατικών υποδομών και η δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας είναι η τρίτη σημαντική εξέλιξη.

Η Ελλάδα αξιοποιεί τη γεωπολιτική της θέση, στη νότια ανατολική πύλη της Ευρώπης, πάνω στο σταυροδρόμι δύο μεγάλων αξόνων μεταφοράς φυσικού αερίου:

  • του οριζόντιου άξονα, που μεταφέρει αέριο από τις περιοχές παραγωγής (είτε νέες στη Μεσόγειο, είτε υφιστάμενες, όπως η Κεντρική Ασία)
  • του κάθετου άξονα, που οδηγεί αέριο προς τις αγορές των Βαλκανίων και της Ευρώπης. στο πλαίσιο αυτό συμμετέχουμε στην ανάπτυξη μιας σειράς διεθνών αγωγών: ΤΑΡ, IGB, του μικρότερου αγωγού που θα συνδέει µε τη Βόρεια Μακεδονία αλλά και την κατασκευή του EastMed.

Δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία µε τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, µε τις οποίες πρόσφατα δημιουργήσαμε το EastMed Forum (Αίγυπτο, Ιταλία, Κύπρο, Ισραήλ, Ιορδανία και Παλαιστινιακή Αρχή).

Πρώτιστα, όμως, η ενεργειακή διπλωματία αφορά στις άμεσα γειτονικές χώρες και τη Βαλκανική Χερσόνησο.

Τα περιθώρια συνεργασίας έχουν μεγαλώσει εντυπωσιακά χάρη στη Συμφωνία των Πρεσπών και τις αλλαγές που επιφέρει στη δυναμική της περιοχής η προοπτική ένταξης στην ΕΕ των Δυτικών Βαλκανίων.

Η Ελλάδα, το παλαιότερο µέλος της ΕΕ στην περιοχή, μαζί µε τα δύο νεότερα µέλη, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, στηρίζουν την ενταξιακή πορεία τόσο της Σερβίας όσο και της Βόρειας Μακεδονίας, ενώ τον ίδιο δρόμο ενθαρρύνεται να ακολουθήσει και η Αλβανία.

Η προοπτική δημιουργίας ενός βαλκανικού πόλου εντός της ΕΕ οδηγεί στην αναβίωση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου, που επί αιώνες λειτουργούσε ως τέτοιος αλλά κατά τον 20ό αιώνα διασπάστηκε, µε την Ελλάδα να βρίσκεται πρακτικά απομονωμένη.

Η συμμετοχή των κρατών αυτών στην ενιαία ενεργειακή αγορά, ως ένα από τα πρώτα βήματα της γενικότερης ενταξιακής τους πορείας, προϋποθέτει την ανάπτυξη διασυνδέσεων και κοινών υποδομών.

Παράλληλα οδηγεί στη δημιουργία μιας μεγάλης αγοράς, η οποία δικαιολογεί τις υψηλές επενδύσεις που απαιτεί ο ενεργειακός μετασχηματισμός αλλά και υπόσχεται αποτελεσματικότερη και φθηνότερη παραγωγή, λόγω του ανταγωνισμού που θα αναπτυχθεί.

Βαδίζοντας µε σχέδιο, αξιοποιώντας την τεχνολογία και προωθώντας τη συνεργασία µε τα κράτη της περιοχής, η Ελλάδα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στον ενεργειακό μετασχηματισμό, προς όφελος των καταναλωτών, συνολικά της οικονομίας και βέβαια του περιβάλλοντος.

Πηγή: ecopress.gr

Print Friendly, PDF & Email

Απάντηση