Θεόφιλος Παγιάτης – ΠΟΒΑΣ: Ανησυχία για το Μέλλον των Μικρών Επιχειρήσεων

Έντονη δυσφορία προς την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση από τις μικρές επιχειρήσεις, η οποία οφείλεται σε φόβους και ανησυχία για την επόμενη μέρα και την επιβίωση τους. Μπορεί ο δείκτης οικονομικού κλίματος να βελτιώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2024 σε σύγκριση με το προηγούμενο εξάμηνο, ωστόσο εάν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων.


Συγκεκριμένα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες.

Η αβεβαιότητα, η μείωση του κύκλου εργασιών, η αδυναμία χρηματοδότησης επενδύσεων, η έλλειψη ρευστότητας και το αυξημένο λειτουργικό κόστος δείχνουν να απειλούν σε ένα μικρό ποσοστό την βιωσιμότητά τους και να πιέζουν προς την βίαιη συρρίκνωση της μικρής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Το 50% των μικρών επιχειρήσεων (όλων των κλάδων) δηλώνει ότι τα ταμειακά διαθέσιμα είναι μηδενικά ή επαρκούν το πολύ για ένα μήνα, καθιστώντας το φαινόμενο αυτό ανησυχητικό εάν συνυπολογίσουμε την αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση και την τεκμαρτή φορολόγηση των ατομικών επιχειρήσεων που εφαρμόστηκε πρόσφατα και δημιούργησε πλήθος προβλημάτων.

Για το λόγο αυτό, οι όποιες επενδύσεις γίνονται είναι μικρές, ενώ στηρίζονται σε ίδια κεφάλαια.

Η σημαντική αύξηση του λειτουργικού κόστους έχει ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να αυξάνουν τις τιμές τους στα προϊόντα που παράγουν και τις υπηρεσίες που προσφέρουν χωρίς όμως να υπάρχει κάποια τάση αποκλιμάκωσης του φαινομένου λόγω των αυξημένων τιμών στις πρώτες ύλες.

Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι από την εκδήλωση της ενεργειακής κρίσης μέχρι σήμερα το κόστος λειτουργίας έχει αυξηθεί περίπου στο 37% για τις μονάδες δεύτερης μεταποίησης.

Για το λόγο αυτό στο επίπεδο προσδοκιών αν και παρατηρείται μία άνοδος της τάξεως περίπου των τεσσάρων μονάδων από το προηγούμενο εξάμηνο , αυτή δεν συνοδεύεται από αισιοδοξία για το μέλλον αλλά συντηρεί ένα κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας καθώς αρκετές είναι οι μικρές επιχειρήσεις, που εκτιμούν ότι η θέση τους θα επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του ’24, προβλέποντας εκτός των άλλων προβλημάτων και μείωση του κύκλου εργασιών.

Οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες και κινδυνεύουν είναι εκείνες που έχουν κυρίως καθυστερημένες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο.

Παράλληλα στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο με τίτλο: Ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις η κυβέρνηση με το άρθρο 215 προσπαθεί να πιέσει ακόμη περισσότερο τους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων οφειλών με άκομψο τρόπο.

Συνοπτικά το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΦΚΑ, μπορεί να αναθέσει ο οργανισμός σε ιδιωτικές εταιρείες τη διαχείριση ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών εισφορών, φυσικά το μητρώο οφειλετών και τον σχεδιασμό δράσεων για την ενίσχυση της εισπραξιμότητας του ΚΕΑΟ, αλλά όχι την είσπραξη οφειλών και τη λήψη αναγκαστικών μέτρων έναντι των οφειλετών.

Μπορεί το άρθρο να φαίνεται ανώδυνο, αλλά η είσοδος με την κάλυψη του νόμου των εισπρακτικών εταιρειών στο πεδίο των ασφαλιστικών οφειλών, με πρόσβαση στο μητρώο των οφειλετών, αποκτώντας την δυνατότητα εκμετάλλευσης δεδομένων και ευαίσθητων πληροφοριών, θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Άλλωστε η εμπειρία από την διαχείριση ληξιπρόθεσμων οφειλών εκ μέρους εισπρακτικών εταιρειών, μέχρι σήμερα ήταν οδυνηρή. Αρκετοί πολίτες, μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι, έχασαν τα σπίτια τους, τις επιχειρήσεις τους και τη ζωή τους από τη δράση των εισπρακτικών.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μεγέθυνση του ιδιωτικού χρέους, συμπεριλαμβανομένων και των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών, είναι αποτέλεσμα των συνθηκών που δημιούργησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι συνεχόμενες κρίσεις.

Συνεπώς το Ελληνικό Κράτος πρέπει να διευκολύνει με γενναιότητα αυτούς που δεν τα κατάφεραν μέχρι σήμερα αν και προσπάθησαν.

Την ίδια στιγμή η έλλειψη εξειδικευμένων τεχνητών καθώς και βοηθών τεχνητών γίνεται εντονότερη.

Περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας τους. Βέβαια το φαινόμενο συνίσταται τόσο στον περιορισμό της διαθεσιμότητας εργατικού δυναμικού λόγω μετανάστευσης από τα χρόνια των μνημονίων αλλά οφείλεται και στο μεγάλο ποσοστό αναξιοποίητου εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα για πολλούς και διαφόρους λόγους.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι μικρές επιχειρήσεις ειδικά στους τεχνικούς κλάδους δεν προσφέρουν σταθερό και ασφαλές περιβάλλον απασχόλησης , ενώ συγχρόνως απαιτούν σε αρκετές περιπτώσεις από τους εργαζόμενους να έχουν παραπάνω από ένα ρόλο στην λειτουργία της επιχείρησης. Αυτό σε συνδυασμό με τον παράγοντα μη ανταγωνιστικών αμοιβών, κατά την άποψη τους μεγεθύνει το πρόβλημα μη ελκυστικότητας των θέσεων εργασίας.

Έπι πλέον σε αρκετές περιπτώσεις όπως αναφέρουν εργαζόμενοι που είχαν την εμπειρία επικρατούν άτυπες εργασιακές πρακτικές που αποθαρρύνουν τους υποψήφιους να εργαστούν σε τεχνικούς κλάδους.

Ωστόσο οι τεχνικοί κλάδοι και οι μικρές βιοτεχνίες βελτιώνουν συνεχώς τις συνθήκες απασχόλησης τα τελευταία χρόνια διαμορφώνοντας ποιοτικές θέσεις εργασίας, αλλά με την υπάρχουσα κατάσταση δύσκολα θα μπορέσουν να δώσουν υψηλότερους μισθούς.

Όσο και να επηρεάζει το φαινόμενο αυτό σημαντικά τι διαθέσιμη δεξαμενή εργατικού δυναμικού, είναι γεγονός πως οι μικρές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν επάρκεια πόρων για μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Η δυσκολία εύρεσης προσωπικού αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα που εμποδίζει την δυνατότητα των βιοτεχνιών και των

επιχειρήσεων του κλάδου να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες προκλήσεις.

Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει όταν εργοδότες αναγκάζονται να λειτουργούν με ελλιπές προσωπικό ή να προσλαμβάνουν άτομα με μικρή εμπειρία και γνώση του αντικειμένου εργασίας, κάτι που έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρει μία μικρή επιχείρηση.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού σε μία περίοδο που ο πληθωρισμός επιμένει είναι στη θετική κατεύθυνση και μπορεί μεν να δίνει μία ανάσα αλλά δεν θα λύσει προβλήματα εάν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό της ακρίβειας. Σε κάθε περίπτωση ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να αποτελεί εργαλείο επικοινωνιακής πολιτικής για την κάθε κυβέρνηση και για τον λόγο αυτό θα ήταν σωστό να επανέλθουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ωστόσο θα πρέπει να γίνει περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους ώστε να μπορούν συγχρόνως να ανταπεξέλθουν οι επιχειρήσεις.

Παρόλα αυτά και σε ένα περιβάλλον που ο αθέμιτος ανταγωνισμός επηρεάζει αρνητικά βιοτεχνίες και μικρές επιχειρήσεις, η δύσκολη μάχη για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη τους δίνεται με επιτυχία. Ανταποκρίνονται στις αυξημένες απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, σε μια αγορά με πολλές και διαφορετικές προκλήσεις.

Απάντηση