Τα έργα ενεργειακής αναβάθμισης αντίδοτο στη βουτιά της οικοδομής

έργα

Σημαντικές ευκαιρίες, που απλώνονται σε ολόκληρη την αλυσίδα του κατασκευαστικού κλάδου, με χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, δημιουργεί η απαίτηση για αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος της χώρας ώστε να καλυφθούν οι εθνικοί στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας (μείωση της κατανάλωσης κατά περίπου 30% μέχρι το 2030).


Μόνο για την κάλυψη των εθνικών στόχων, θα απαιτηθούν επενδύσεις που μπορεί να φτάνουν και τα 2 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2030.

Βέβαια αυτά τα κεφάλαια δεν υπάρχουν, με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γ. Σταθάκη να υποστηρίζει την Τετάρτη πως «χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’ Οίκον» το χρόνο!» για τη στήριξη των νοικοκυριών ώστε να βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών τους.

Γι’ αυτό και το ΙΟΒΕ προτείνει, πέραν των επιδοτήσεων όπως το «Εξοικονομώ κατ’ Οίκον» και φορολογικά κίνητρα, δηλαδή έκπτωση φόρου (tax-credit), ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτηρίων.

Εκατοντάδες εκατομμύρια θα απαιτηθούν και για την ενεργειακή αναβάθμιση των επίσης γερασμένων κρατικών κτηρίων.

Περισσότερο από το μισό κτιριακό απόθεμα της Ελλάδας έχει κατασκευαστεί πριν το 1980, ενώ μόλις το 16% μετά το 2000, όπως επισημάνθηκε και χθες κατά την παρουσίαση μελέτης του ΙΟΒΕ για τις κατασκευές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), ανάλογα με τον τύπο του κτηρίου και την κλιματική ζώνη, θα μπορούσε να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας από 38% έως και 68%.

Οι αριθμοί που έδωσε την Τετάρτη ο πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ), Βασίλης Τσολακίδης είναι ενδεικτικά: Όπως είπε, «τα κτήρια που χρησιμοποιούνται στη χώρα μας έχουν εμβαδόν περίπου 500 εκατ. τετραγωνικών μέτρων (τ.μ.).

Από αυτά περίπου το 10% χρησιμοποιείται από το Δημόσιο, δηλαδή περίπου 50 εκατ. τ.μ.

Τα περίπου 25 εκατ. τ.μ. είναι εκπαιδευτικά ιδρύματα, σχολεία, πανεπιστήμια κ.λπ.

Σημειώστε πως η χώρα μας δεν έχει τηρήσει τις κοινοτικές απαιτήσεις για ετήσια ανακαίνιση του 3% του συνολικού εμβαδού των κτιρίων της κεντρικής κυβέρνησης την περίοδο 2014 – 2020.

Το συνολικό ενεργειακό κόστος για την κάλυψη των αναγκών στα κτίρια της χώρας εκτιμάται, κατά τον κ. Τσολακίδη, σε 10 – 12 δισ. ευρώ ετησίως με το λογαριασμό για το δημόσιο να προσεγγίζει το ένα δισ. ευρώ (τόσα πληρώνει για την ενέργεια που καταναλώνουν τα κτήριά του).

Ο πρόεδρος του ΚΑΠΕ υποστήριξε πως «για να πιάσουμε όμως το στόχο που είναι περίπου 33% εξοικονόμηση ενέργειας μέχρι το 2030, θα μας κοστίσει περίπου 20 δισ. ευρώ».

Συνεπώς απαιτούνται επενδύσεις 2 δισ. ευρώ το χρόνο ώστε να επιτύχουμε τους στόχους στη δεκαετία, μόνο για τα κτήρια.

Πάντως, σύμφωνα με τον Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό, οι επενδύσεις σε ενεργειακή απόδοση θα φτάσουν τα 9 δισ. ευρώ μέχρι το 2030 και στην ουσία αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία στον τομέα της ενέργειας.

Οι επενδύσεις για την ενεργειακή (και γενικότερη) αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος μπορεί να είναι και αντίδοτο στην περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα για κατασκευή νέων κτιρίων που προβλέπεται τα επόμενα χρόνια.

Όπως είπε χθες ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας «το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα επαρκεί με βάση τις δημογραφικές εξελίξεις στη χώρα», χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν ανάγκες σε συγκεκριμένες περιοχές, κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, «οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων έχουν ισχυρά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία.

Κάθε ένα εκατομμύριο ευρώ επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων αυξάνει συνολικά, σε καθαρούς όρους το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά 1,4 εκατ. ευρώ, την απασχόληση κατά 37 θέσεις εργασίας και τα έσοδα του Δημοσίου κατά 0,5 εκατ. ευρώ το 2018.

Στη χθεσινή έκθεση του ΙΟΒΕ για τις κατασκευές επισημαίνεται πως «η υλοποίηση επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, σύμφωνα με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί να οδηγήσει σε τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά έως και 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και σε τόνωση της απασχόλησης κατά έως και 40.000 θέσεις εργασίας.

Επιπλέον, «η υλοποίηση των προβλεπόμενων στον στρατηγικό σχεδιασμό επενδύσεων για την αναβάθμιση κτηρίων του τριτογενούς τομέα μπορεί να επιφέρει επιπρόσθετη ενίσχυση του ρυθμού ανάπτυξης κατά έως και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες και της απασχόλησης κατά έως και 24.700 θέσεις εργασίας».

Οι αναλυτές του ΙΟΒΕ επισημαίνουν πως «τα αποτελέσματα της οικονομικής ανάλυσης καθιστούν φανερό ότι η θεσμική στήριξη των δραστηριοτήτων ενεργειακής αναβάθμισης κτηρίων, πέραν του μεγάλου περιβαλλοντικού οφέλους που μπορεί να αποφέρει, μπορεί παράλληλα να αποδώσει ιδιαίτερα σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη, σε μία περίοδο μάλιστα που η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης αποτελεί κεντρικό κοινωνικό αίτημα».

Στην έκθεση του ΙΟΒΕ αναφέρεται πως «οι χαμηλές επιδόσεις στον τομέα της ενεργειακής αποδοτικότητας υπογραμμίζονται και στην ετήσια έκθεση ενεργειακής απόδοσης κτιρίων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπου σημειώνεται πως το μεγαλύτερο τμήμα του συνόλου των κτιρίων που επιθεωρήθηκαν το 2017 (59,7%) κατατάσσεται στις χαμηλότερες ενεργειακές κλάσεις (Ε-Η).

Αντίθετα, μόλις το 2,7% των κτιρίων κατατάχθηκαν στις υψηλότερες κατηγορίες (Α-Β), ενώ το 37,6% στις Γ-Δ κατηγορίες. Μελετώντας τα οικιακά κτίρια φαίνεται ότι το 66,8% κατατάσσεται στις χαμηλές κατηγορίες (Ε-Η), το 20,6% στις μεσαίες κατηγορίες (Γ-Δ) και μόλις το 2,5% στις υψηλές κατηγορίες (Α-Β).

Πηγή: michanikos-online.gr

Print Friendly, PDF & Email

Απάντηση