Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και ενεργειακή ταυτότητα

Ενέργειας

Η είσοδος στον κόσμο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έγινε στα μέσα της περασμένης δεκαετίας (2006) με έναν νόμο που είχε σοβαρά προβλήματα, όπως φάνηκε στη φάση της εφαρμογής του.


Το πρώτο και κυριότερο ήταν ότι άνοιγε, υποτίθεται, τον χορό για επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων, χωρίς όμως να προβλέπει ρυθμίσεις για το περιβάλλον στο οποίο οι επενδύσεις αυτές επρόκειτο να υλοποιηθούν. Καμιά χωροταξική, περιβαλλοντική εκτίμηση, ποσοτική ή ποιοτική, και βέβαια καμιά πρόνοια και ρύθμιση για οτιδήποτε.

Με άλλα λόγια, το νομοθετικό πλαίσιο εκείνο δεν μπορούσε να απαντήσει σε εύλογες απορίες: «Πόσα KW σε φωτοβολταϊκά μπορούσε να «σηκώσει» μια περιοχή;», «Υπάρχει πλαφόν στην κάλυψη εδαφών και πόσο;» κ.ά.

Πρόβλημα ήταν επίσης και τα υπερβολικά οικονομικά κίνητρα που νομοθετήθηκαν τότε. Ήταν διάχυτη η εντύπωση ότι μπορούσε να γίνει κανείς πλούσιος χωρίς να βάλει λεφτά. Προκλήθηκε έτσι ένα τεράστιο κύμα που πολύ γρήγορα έγινε «φούσκα».

Το δεύτερο πρόβλημα αντιμετωπίστηκε γρήγορα με τη σταδιακή συρρίκνωση των κινήτρων. Το πρώτο πρόβλημα όμως, που είναι και το σοβαρό, δεν έχει αντιμετωπισθεί ακόμη επαρκώς.

Εξαιτίας της απουσίας προνοιών και ρυθμίσεων, προέκυψε αταξία που, με τη σειρά της, προκάλεσε χάος και τελικά στασιμότητα. Σαν να μετακομίζει κανείς σε ένα καινούργιο σπίτι χωρίς να έχει μελετήσει το πού θα βάλει τα έπιπλά του. Και τα έπιπλα (λέγε με «αιτήσεις αδειοδότησης») στοιβάζονται στο καινούργιο σπίτι όπως-όπως, οπότε εύκολα φαντάζεται κανείς τι θα συμβεί.

Μετά αρχίζουν οι συζητήσεις και η φασαρία για το πού θα μπει τι, ακριβώς όπως οι ενστάσεις και οι αντιδράσεις των οικολογούντων και των τοπικών κοινωνιών που, εκτός από την άγνοια και την ανοησία, φτάνουν συχνά σε επίπεδα υστερίας, χωρίς να απαλλάσσονται από τη σκιά της ιδιοτέλειας.

Με το καθεστώς αυτό κάποιος επενδυτής υφίσταται όλη τη γραφειοκρατία, ξοδεύει ένα σωρό λεφτά, αλλά ο αδειοδοτικός μηχανισμός δεν μπορεί να εγγυηθεί τη σύνδεσή του με το υπάρχον ηλεκτρικό δίκτυο για να διοχετεύσει την παραγωγή του.

Και αν, παρ’ όλα αυτά, αποφάσιζε να συνεχίσει ελπίζοντας -κανείς δεν ξέρει σε τι-, διαπίστωνε ότι το μέλλον της επένδυσής του, δηλαδή η σύνδεση με το δίκτυο, εξαρτιόταν από τον ανταγωνιστή του (ΔΕΗ)!

Τώρα που φαίνεται ότι το ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται. Δεν είναι αργά να καλυφθούν τα κενά που δημιούργησαν τα προβλήματα.

Κατ’ αρχάς, οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να αντιληφθούν ότι είναι προς το συμφέρον όλων οι επενδύσεις στις ΑΠΕ να γίνουν, και μάλιστα να γίνουν με τάξη και κανόνες, πράγμα που θα απαιτήσει τη συνεργασία όλων, και όχι στείρα άρνηση.

Οι προτάσεις που ακολουθούν έχουν σκοπό την κάλυψη κενών και ελλείψεων που στην πορεία προξενούν προβλήματα μερικές φορές αξεπέραστα.

Βασική σκέψη είναι ότι κάθε δήμος πρέπει να αποκτήσει «ενεργειακή ταυτότητα». Να μετρήσει και να αποτυπώσει με σύγχρονα ψηφιακά μέσα τους ενεργειακούς πόρους που διαθέτει, ποια είναι τα όρια της αξιόποιησής τους, τους όρους που πρέπει κανείς να τηρεί προκειμένου να επενδύσει.

Όλα αυτά μπορούν και πρέπει να είναι αποτυπωμένα σε έναν ψηφιακό οδικό χάρτη, να είναι ευανάγνωστα και σαφή, έτσι ώστε τα μόνα πράγματα που θα χρειάζεται ένας επενδυτής να είναι να έχει τα χρήματα και να δεσμεύεται για την τήρηση των κανόνων.

Ο οδικός αυτός χάρτης πρέπει να είναι ένα ψηφιακό υπόβαθρο που θα μπορεί να γίνει με ευθύνη του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής και όπου θα αποτυπωθούν πληροφορίες όπως:

  • Οι εκτάσεις (ιδιωτικές ή δημόσιες) που είναι διαθέσιμες για ανάπτυξη φωτοβολταϊκών. 
  • Περιοχές διαθέσιμες για εγκατάσταση αιολικών πάρκων. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η ανεξέλεγκτη αλλαγή χρήσης γης. Σε περίπτωση που οι περιοχές αυτές είναι και άλλως πως ελεγμένες (Δασαρχείο, Αρχαιολογία κλπ) ο Δήμος μπορεί, πολύ λογικά, να διεκδικήσει επιπλέον αποζημίωση αν παρέχει μια έκταση εγγυημένα «με το κλειδί στο χέρι». 
  • Δυναμικό σε βιομάζα. 
  • Υδατικό δυναμικό. 
  • Απορρίμματα ποσοτικά και ποιοτικά. 
  • Ηλεκτρικά δίκτυα και άλλες υποδομές.

Ένας τέτοιος ψηφιακός πληροφοριακός χάρτης έχει τη δυνατότητα να σχηματίζεται σταδιακά και να συμπληρώνεται συνεχώς, αρχίζοντας με απλές πληροφορίες και φτάνοντας μέχρι δεδομένα πιο πολύπλοκα, με πιο απαιτητική διαχείριση.

Θα μας βοηθήσει, λοιπόν, να αποκτήσουμε σαφή εικόνα των ενεργειακών δυνατοτήτων κάθε περιοχής, πράγμα που, με τη σειρά του, θα διευκολύνει την ανάπτυξη επενδύσεων σε όφελος όλων.

Πηγή: ethnos.gr

Print Friendly, PDF & Email

Απάντηση