Πως η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων θα ωφελήσει την Ελληνική Οικονομία

ενεργειακή-αποδοτικότητα
Print Friendly, PDF & Email

H ανάδειξη του οφέλους που μπορεί να προσδώσει στην ελληνική οικονομία, η επιτάχυνση της εφαρμογής των δράσεων ενεργειακής αποδοτικότητας και εξοικονόμησης ενέργειας στα κτήρια, όπως προβλέπονται στο σχετικό εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο ήταν το αντικείμενο της μελέτης του ΙΟΒΕ «Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων ως μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας».

Η μελέτη παρουσιάστηκε χθες σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διογκωμένης Πολυστερίνης (ΠΑ.ΣΥ.ΔΙ.Π), στο Κεντρικό Αμφιθέατρο «Θέμις Κανελλόπουλος» Συνεδριακό Κέντρο ΕΚΕΦΕ «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ», με την υποστήριξη του B2Green, ως χορηγού επικοινωνίας.

Στη μελέτη εξετάστηκε η επίδραση που μπορεί να έχει για την ελληνική οικονομία η επιτάχυνση της εφαρμογής των δράσεων ενεργειακής αποδοτικότητας και εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια, όπως προβλέπονται στο σχετικό εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο.

Από την ανάλυση προέκυψε ότι εκτός από τη θετική επίδραση στα ενεργειακά και περιβαλλοντικά μεγέθη, η ώθηση που μπορεί να δοθεί από την αξιοποίηση πόρων και την κινητοποίηση κεφαλαίων για την ενεργειακή αποδοτικότητα θα έχει δυνητικά σημαντική επίδραση στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στα δημόσια έσοδα.

Στις προτάσεις πολιτικής που κατέληξει η μελέτη, επισημαίνονται μεταξύ άλλων τα εξής:

Η προσφορά φορολογικών κινήτρων θα μπορούσε να κινητοποιήσει ιδιωτικούς πόρους για επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Έχει μάλιστα ιδιαίτερη σημασία το γεγονός, ότι μεγάλο μέρος των ιδιωτικών αποταμιεύσεων στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε μορφή μετρητών που διακρατούν τα νοικοκυριά.

Οι αποταμιεύσεις αυτές είναι οικονομικά αδρανείς. Συνεπώς, η παροχή φορολογικών κινήτρων θα μπορούσε ενδεχομένως να κινητοποιήσει πρόσθετους αδρανείς οικονομικούς πόρους, διεργασία που ισοδυναμεί με εξωγενή διαταραχή στην οικονομία και προκαλεί πολλαπλασιαστικές επιδράσεις με τους μηχανισμούς που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Ένα κατάλληλο φορολογικό κίνητρο θα μπορούσε να είναι η προσφορά έκπτωσης φόρου, ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων. Υποθέτοντας ότι η προσφορά ενός τέτοιου κινήτρου θα ωθήσει ιδιώτες επενδυτές να αξιοποιήσουν αδρανείς αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις τέτοιων επενδύσεων, είναι φανερό ότι η αρνητική επίδραση στα δημόσια έσοδα λόγω της έκπτωσης φόρου θα αντισταθμιστεί εν μέρει, ή και εξ ολοκλήρου, από τη θετική επίδραση στα δημόσια έσοδα λόγω της τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που θα επιφέρουν οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.

Παραδείγματος χάριν, αν μία έκπτωση φόρου ύψους 20% της δαπάνης για εργασίες ανακαίνισης κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις του ύψους που περιγράφεται στο φιλόδοξο σενάριο για αναβαθμίσεις κατοικιών, τότε τα δημόσια έσοδα κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής του μέτρου καταλήγουν να είναι ελαφρώς αυξημένα (κατά περίπου €12 εκατ., ή 3% της δαπάνης για ανακαινίσεις). Ωστόσο, αυτή η θετική δημοσιονομική επίδραση αμβλύνεται βαθμιαία.

Από το 2023 και μετά η τελική επίδραση στα ετήσια έσοδα του Δημοσίου γίνεται αρνητική. Σε σωρευτικούς όρους, η προσφορά της έκπτωσης φόρου οδηγεί σε αυξημένα δημόσια έσοδα κατά τα έξι πρώτα έτη εφαρμογής του μέτρου (τα σωρευτικά επιπλέον δημόσια έσοδα λόγω της τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας υπερβαίνουν την σωρευτική απώλεια φορολογικών εσόδων λόγω της έκπτωσης φόρου για κάθε έτος στην περίοδο 2018-2025).

Εντούτοις, από το 2026 και μετά δημιουργείται σωρευτικά δημοσιονομικό κενό, το οποίο βαίνει αυξανόμενο (φτάνοντας τα €560 εκατ. το 2030, ή 4% του σωρευτικού κόστους των παρεμβάσεων ανακαίνισης).

Αν υποτεθεί ότι η έκπτωση φόρου 20% επί της δαπάνης για ενεργειακές αναβαθμίσεις δεν επαρκεί για να κινητοποιηθούν οι ιδιωτικοί πόροι που απαιτούνται για τις ανακαινίσεις που προβλέπονται από το φιλόδοξο σενάριο, αλλά θα χρειαζόταν έκπτωση φόρου 50% επί της δαπάνης για αυτόν τον σκοπό, προκύπτει ότι το Δημόσιο θα είχε απώλεια εσόδων με την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, με το εν λόγω δημοσιονομικό κενό να βαίνει αυξανόμενο.

Εντούτοις, η απώλεια δημοσίων εσόδων από την προσφορά έκπτωσης φόρου 50% επί της δαπάνης για ανακαινίσεις αντιστοιχεί στο 27% της δαπάνης αυτής κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, φτάνει το 30% της δαπάνης, σε σωρευτικούς όρους το έτος 2024, ενώ δεν ξεπερνά το 34% της σωρευτικής δαπάνης το έτος 2030.

Η τελική απώλεια δημοσίων εσόδων είναι σημαντικά μικρότερη του ποσού που προσφέρεται ως έκπτωση φόρου, ακριβώς λόγω των θετικών επιδράσεων στα δημόσια έσοδα που προκύπτουν από την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας που επιφέρουν οι εργασίες ανακαινίσεων.

Στους ακόλουθους πίνακες παρουσιάζονται τα δημοσιονομικά αποτελέσματα διαχρονικά, για διάφορα επίπεδα έκπτωσης φόρου, και για διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με το αν η εκάστοτε έκπτωση φόρου κινητοποιεί αρκετούς ιδιωτικούς πόρους για την υλοποίηση των επενδύσεων που προβλέπονται σε καθένα από τα τρία σενάρια για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου της έκπτωσης φόρου είναι σημαντικό η έκπτωση να καλύπτει όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών, πέραν του φόρου εισοδήματος (π.χ. ΕΝΦΙΑ).

Θα ήταν επίσης σημαντικό οι δικαιούχοι της έκπτωσης φόρου να μπορούν να μετακυλήσουν τυχόν υπόλοιπο της έκπτωσης που δικαιούνται σε επόμενα φορολογικά έτη, αν η έκπτωση φόρου που δικαιούνται είναι μεγαλύτερη από τις φορολογικές τους υποχρεώσεις το έτος της επένδυσης.

Με τους τρόπους αυτούς η έκπτωση φόρου θα αποτελέσει κίνητρο για περισσότερα νοικοκυριά, και ιδιαίτερα για νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, τα οποία συχνά έχουν και πιο επείγουσες ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσφορά κινήτρων από την πλευρά της Πολιτείας, όπως η έκπτωση φόρου για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, μπορεί να αποφέρει πρόσθετα δημοσιονομικά οφέλη.

Πράγματι, οι συναλλαγές που θα γίνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου μεταξύ νοικοκυριών και συνεργείων αναβάθμισης θα είναι νόμιμα καταγεγραμμένες (συναλλαγές έναντι των οποίων θα εκδοθούν τα νόμιμα παραστατικά), φέρνοντας στο φως ένα μέρος της οικονομικής δραστηριότητας που διαφορετικά θα ανήκε στην παραοικονομία, με όσα επακόλουθα οφέλη αυτό συνεπάγεται, τόσο σε ό,τι αφορά την φορολογία εισοδήματος των επιχειρήσεων όσο και την έμμεση φορολογία (ΦΠΑ).

Πηγή: b2green.gr

Απάντηση