One Kleomenous: η κατοικία επιτομή του design στο Κολωνάκι

Όλες οι ιδιαιτερότητες κάθε έργου, οικοπέδου και ανθρώπου είναι η κινητήρια δύναμη για την καινοτομία» δηλώνει χαρακτηριστικά ο ένας εκ των ιδρυτών του αρχιτεκτονικού γραφείου Omniview, Δημήτρης Τσίγκος. Η εταιρεία έχει ήδη εδραιωθεί στην αρχιτεκτονική κοινότητα της Αθήνας με το έργo της «One Kleomenous», το εντυπωσιακό κτίριο που βρίσκεται στην οδό Κλεομένους 1 στο Κολωνάκι. Ο Δημήτρης Τσίγκος μαζί με τον αδερφό του Γιάννη αποτελούν την ομάδα που είναι υπεύθυνη γι’ αυτό το αρχιτεκτονικό project και στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν ένα πρωτοποριακό κτίριο, το οποίο να «δημιουργεί στους περαστικούς και στους ενοίκους του την ίδια ψυχική ανάταση που δημιουργεί και η αρχιτεκτονική στον άνθρωπο» όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης. Το «One Kleomenous» βρίσκεται στην περιοχή του Κολωνακίου, αλλά συνδέεται και με μια όψη του λόφου του Λυκαβηττού. Οι αρχιτέκτονες, λοιπόν, αντιμετώπισαν την πρόκληση της σύνδεσης της σύγχρονης οπτικής τους με το αθηναϊκό τοπίο. «Το design του έργου φιλοδοξεί να γεφυρώσει τον αστικό ιστό του Κολωνακίου με τον φυσικό ιστό του Λυκαβηττού. Η πρόσοψη του “One Kleοmenus” είναι ένα όριο που διαχειρίζεται τη μετάβαση από τις αυστηρές φόρμες της πόλης στις οργανικές φόρμες της φύσης» αναφέρει ο Δ. Τσίγκος. Η μεγαλύτερη ευθύνη ενός αρχιτέκτονα είναι να δημιουργεί κτίρια, τα οποία «συνυπάρχουν» αρμονικά με το περιβάλλον τους, είτε αυτό είναι φυσικό είτε τεχνητό. Η Αθήνα διακρίνεται από αρχιτεκτονική αναρχία σήμερα, καθώς δεν δίνεται μεγάλη προσοχή και έμπνευση στον σχεδιασμό των κτιρίων. Ένας αρχιτέκτονας καλείται να ξεχωρίσει μέσα από το πλήθος και να επιβληθεί με την καινοτομία του. Ωστόσο, δεν συμβαίνει εύκολα ή γρήγορα αυτή η αλλαγή, αλλά «αποφεύγοντας τις επαναλήψεις και τα κλισέ. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε οι τεχνολογίες προδιαγραφής και παραγωγής αρχιτεκτονικών μορφολογιών εξελίσσονται με ταχύτατους ρυθμούς. Ταυτόχρονα, το Ίντερνετ μάς επιτρέπει να είμαστε κάθε μέρα ενημερωμένοι για το ποια είναι η σύγχρονη αισθητική. Οι αρχιτέκτονες, με άλλα λόγια, πρέπει να δουλεύουν εντατικά για να αναβαθμίζουν τις ικανότητές τους και την αισθητική τους» επισημαίνει ο Δημήτρης Τσίγκος σχετικά με το πώς ένας αρχιτέκτονας αποκτά ισχυρή θέση στον χώρο του. To «One Kleomenous» είναι το πρώτο κτίριο στο χαρτοφυλάκιο των πωλήσεων της εταιρείας Omniview. Πρόκειται για μια επαναστατική νέα ιδέα κατοικίας που δημιουργήθηκε για να αναδείξει τις δυνατότητες ανάπτυξης της ομάδας. Το «One Kleomenous» δημιουργήθηκε με βάση την πρωτοποριακή σχεδίαση των τεχνικών κατασκευής και τεχνολογιών, ενώ προβάλλει τη δύναμη, την ομορφιά και τη λειτουργικότητα της υψηλής ποιότητας των «bespoke» υπηρεσιών της Omniview. Η μεγαλύτερη ευθύνη ενός αρχιτέκτονα είναι να δημιουργεί κτίρια, τα οποία «συνυπάρχουν» αρμονικά με το περιβάλλον τους, είτε αυτό είναι φυσικό είτε τεχνητό. Όταν, λοιπόν, το περιβάλλον είναι φυσικό, το κτίριο δεν θα πρέπει να «εισβάλει» στη φυσική ομορφιά με σκληρές και αυστηρές γραμμές που αλλοιώνουν το τοπίο με τεχνητά υλικά, τα οποία δεν αρμονίζονται με την ιθαγενή ύλη της χλωρίδας και του εδάφους. Όταν o περιβάλλων χώρος είναι αστικός, τότε, από σεβασμό στην κοινή αισθητική, το κτίριο θα πρέπει να «φέρει» τον υπάρχοντα χαρακτήρα των σύγχρονων υλικών και μορφών. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένα κτίριο είναι χτισμένο στο όριο μεταξύ ενός χτισμένου κι ενός άχτιστου; Όταν η γη πάνω στην οποία βρίσκεται είναι στο οριακό έδαφος που υπάρχει στην περιφέρεια, ανάμεσα σε ένα αστικά χτισμένο κτίριο κι ένα απόλυτα φυσικό περιβάλλον; Η απάντηση είναι απλή, αλλά το εγχείρημα που επίκειται δεν είναι: το κτίριο πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία και με τις δύο αισθητικές. Πρέπει να είναι επαρκώς σύγχρονο για να είναι ένα κτίριο της πόλης, αλλά το πιο σημαντικό είναι να « δένει» αρμονικά με τη γειτονική και ανέγγιχτη γη.
Αυτή είναι η ιστορία του «One Kleomenous»
Επενδυτές και αρχιτέκτονες μοιράστηκαν τον θαυμασμό τους για τον όμορφο λόφο του Λυκαβηττού, ο οποίος υπήρξε και η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία ενός καινοτόμου, τυπολογικά, κτιρίου. Το προαναφερθέν θέμα της υβριδικής αισθητικής έχει επιτευχθεί μέσω δύο βασικών «τροχών»: της γλώσσας του σχεδίου και της επιλογής των υλικών. Γλώσσα Σχεδίου Εξετάσαμε πολύ προσεκτικά τη θέση του κτιρίου, τον προσανατολισμό του και τις λειτουργίες για τη στρατηγική ανάπτυξης της πρόσοψης. Στο τέλος του οικοπέδου, μια κάθετη, άμεση γειτνίαση με ένα υπάρχον κτίριο μάς οδήγησε στο να συνεχίσουμε τη μορφή του με μια απλή, επίπεδη επιφάνεια. H τόσο κοντινή επαφή με το «ύφασμα» της πόλης οδήγησε στη χρήση απλού στόκου, ένα από τα πιο δημοφιλή υλικά της Αθήνας άλλωστε. Στο τέλος του δασικού κομματιού του οικοπέδου οι σκληρές γραμμές των γεφυρωτών μπαλκονιών σχεδόν αγγίζονται από τα δέντρα και τη χλωρίδα του δάσους, απαραίτητο συστατικό για να ελέγχεται το κτίριο γεωμετρικά, με σκοπό να υιοθετήσει τις ρευστές μορφές του λόφου. Επιπρόσθετα, η ΝΑ πλευρά του όγκου του κτιρίου χρειαζόταν ένα επενδυτικό σύστημα το οποίο θα φίλτραρε το άμεσο ηλιακό φως και θα διασφάλιζε επαρκώς την ενεργειακή λειτουργία του κτιρίου. Ενώ αναζητούσαμε έμπνευση, ερευνώντας τον Λυκαβηττό, σχετικά στοιχεία και ένας παλιός τοπογραφικός χάρτης του λόφου τράβηξαν την προσοχή μας. Η εγγενής αισθητική του τοπογραφικού χάρτη και οι περιφερειακές γραμμές αποτέλεσαν πηγή για την αρχιτεκτονική μεταφορά: δημιουργήσαμε ψηφιακά ένα τοπίο πρόσοψης, αναθέτοντας τη φυσική μορφοποίηση σε όγκους μετάβασης μεταξύ των στερεών μορφών μπαλκονιού. Στη συνέχεια, κόψαμε λεπτά, πολλαπλά ακόλουθα τμήματα για τη δημιουργία των μελών του συστήματος επένδυσής μας. Δεν προσθέσαμε επιπλέον όγκο στο κτίριο, αλλά ενώσαμε τα υφιστάμενα τμήματα, για τη δημιουργία ενός φυσικά γεωμετρικού συνόλου.
Επιλογές Υλικών
Η επιλογή του μαρμάρου Travertino ήταν στην πραγματικότητα πολύ λογική. Χρειαζόμασταν ένα υλικό που να ταιριάζει χρωματικά με τις χαρακτηριστικές μπεζ πέτρες που είναι η κύρια δομική μονάδα για το σύνολο των τοίχων συγκράτησης του Λυκαβηττού. Από την αρχή του έργου, η δύναμη της οπτικής σχέσης του κτιρίου με την Ακρόπολη είχε θέσει τα μάρμαρα ψηλά στη λίστα και στη διάθεσή μας. Το μάρμαρο είναι μια πέτρα από μόνο του, καθώς είναι πιο ευέλικτο ως προς τη χρήση του. Το Travertino είναι άριστος συνδυασμός σε χρώμα αλλά και ένα υλικό το οποίο κερδίζει λόγω του έντονου, μη τεχνητού χαρακτήρα του και της απορροφητικής φύσης του. Επιπλέον, είναι ένα δημοφιλές υλικό στις γύρω περιοχές με condo κτίρια που έχουν το στυλ τις δεκαετίας του ’70. Στην πραγματικότητα, έχει χρησιμοποιηθεί και στο γειτονικό κτίριο, το οποίο μας «δένει» με τον αστικό ιστό. Το χρώμα του εσωτερικού κτιρίου έχει επιλεχθεί προσεκτικά, έτσι ώστε να ταιριάζει με το χρώμα του εδάφους. Τα γυάλινα κάγκελα έχουν επιλεχθεί για να είναι έξτρα ανακλαστικά και να μεταφέρουν την εικόνα του ουρανού και των δέντρων γύρω τους. Γενικότερα, η παλέτα των υλικών όλου του κτιρίου σχεδιάστηκε για να παραπέμπει στην έμφυτη αισθητική μας αντίληψη σχετικά με το αυθεντικό τοπίο της Αττικής, που είναι φτιαγμένο από χώμα, πέτρα και ουρανό.
www.omniview.com Αρχιτεκτονικό Σχέδιο: Δημήτριος Τσίγκος Διαχείριση Έργου: Γιάννης Τσίγκος Προϊστ. Αρχιτέκτονες / Σχεδιαστές: Κατερίνα Καραγιάννη Αρχιτέκτονες / Σχεδιαστές: Χριστίνα Τσακίρη, Μαρίνα Καραμαλή, Δανάη Δίου Τοποθεσία: Κλεομένους 1, Κολωνάκι, Αθήνα

[images_grid auto_slide=”no” auto_duration=”1″ cols=”three” lightbox=”yes” source=”media: 16939,16940,16941″][/images_grid]
Print Friendly, PDF & Email

Απάντηση