fbpx

Ο κρυμμένος «θησαυρός» της ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων

Print Friendly, PDF & Email

Η ενεργειακή αποδοτικότητα αποτελεί αναγκαιότητα στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης, αλλά και μετρήσιμο μέγεθος για τον έλεγχο της ραγδαίας κλιματικής μεταβολής, σύμφωνα με τον κ. Παντελή Πατενιώτη, Γενικό Διευθυντή του Πανελληνίου Συνδέσμου Διογκωμένης Πολυστερίνης.
Τα τελευταία χρόνια έχουν «χυθεί τόνοι μελάνης», έχουν εκπονηθεί χιλιάδες μελέτες και έχουν τεθεί σε ισχύ Ευρωπαϊκές Οδηγίες, Εθνικοί Νόμοι και Κανονισμοί με σκοπό την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αφενός και αφετέρου την εκλογικευμένη ανάπτυξη και χρήση των ΑΠΕ.
Μάλιστα η στοχοποίηση για το 2020 προβλέπει:
– 20% μείωση της ετήσιας κατανάλωσης ενέργειας,
– 20% μείωση των εκπομπών CO2, και
– 20% αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ,
σε σχέση με τα μεγέθη του 2005, ενώ η στοχοποίηση για το 2030 προβλέπει:
– μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ορίζοντας ένα στόχο μείωσης κατά 40 % μέχρι το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990,
– χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά ποσοστό 27% τουλάχιστον της κατανάλωσης ενέργειας, και
– μείωση της Ενεργειακής Απόδοσης κατά 27% έναντι του προταθέντος δεσμευτικού στόχου Ενεργειακής Απόδοσης 40% (στον οποίο ΔΕΝ συνηγόρησε η χώρα μας, αφού είναι η δεύτερη χώρα στον πλανήτη μετά την Ινδία σε κατά κεφαλήν εισαγωγές πετρελαίου).
Επειδή αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι ο κτιριακός τομέας, θα δούμε παρακάτω, τι λένε τα στατιστικά στοιχεία για τη χώρα μας.

Κτιριακό δυναμικό & κατανάλωση
Σύμφωνα με την απογραφή των ελληνικών οικοδομών – κτιρίων, που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 2000 σε όλη την επικράτεια, προκύπτει ότι ο συνολικός αριθμός των κατοικιών ανέρχεται σε 5.627.549, από τις οποίες οι 4.381.317 είναι καταγεγραμμένες ως κανονικές και ο συνολικός αριθμός των κτιρίων ανέρχεται σε 3.577.355.
Σύμφωνα με το Ενεργειακό Ισοζύγιο του έτους 2009, η ενεργειακή κατανάλωση που σχετίζεται με τα κτίρια (οικιακός-εμπορικός κλπ) στην Ελλάδα ανέρχεται σε 7.877 kToe (σ.σ. χιλιότονο ισοδύναμο του πετρελαίου), ποσό που αντιστοιχεί στο 35% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ η κατανάλωση του οικιακού τομέα αντιστοιχεί στο 22%.
Το έτος της κατασκευής των κτιρίων καθορίζει και το επίπεδο της ενεργειακής τους κατανάλωσης καθώς προσδιορίζει την ύπαρξη ή μη θερμομόνωσης. Ο Κανονισμός Θερμομόνωσης εφαρμόστηκε στην πράξη από το 1980 και μετά. Από τα αντίστοιχα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι, θεωρητικά, το ποσοστό των κτιρίων με θερμομόνωση ανέρχεται σε 35%.
H ενεργειακή κατανάλωση των κτιρίων σχετίζεται επίσης άμεσα με κοινωνικό-οικονομικούς παράγοντες. Σε πρόσφατη ερεύνα σχετικά την κοινωνική διάσταση της ενεργείας στα κτίρια και το δομημένο περιβάλλον διαπιστώθηκε ότι η μέση επιφάνεια κατοικίας στην υψηλότερη εισοδηματική τάξη είναι κατά 115% μεγαλύτερη από ότι στα χαμηλά εισοδήματα.
Σε απόλυτες τιμές, η μέση κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση κυμαίνεται από 107 έως 130 kWh/m2/έτος. Τα επίπεδα αυτά είναι εξαιρετικά υψηλά, και σχεδόν αντιστοιχούν στην μέση θερμική κατανάλωση των κατοικιών στην Αυστρία.

Οικιακός τομέας
Συμφώνα με μελέτη της Εurostat, η συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας ανά νοικοκυριό στην Ελλάδα, είναι περίπου 61 GJ , η 1,46 ΤΙΠ. Σύγκριση ανάμεσα στις Μεσογειακές χώρες καταδεικνύει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά παρουσιάζουν την μεγαλύτερη σχετική κατανάλωση, σχεδόν 30% μεγαλύτερη της Ισπανίας και περίπου διπλάσια της Πορτογαλίας. Ταυτόχρονα, είναι σχεδόν ίση με αυτήν της Ολλανδίας και σημαντικά μεγαλύτερη από χώρες με ψυχρότερο κλίμα όπως το Βέλγιο και η Τσεχία.
Μια σύγκριση της κατανάλωσης ανά τετραγωνικό μέτρο, για κατοικίες πραγματοποιήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό EUROΑCE, κατά την οποία υπολογίστηκε η κατανάλωση για θέρμανση μιας κατοικίας κατασκευασμένης σύμφωνα με την τοπική νομοθεσία. Διαπιστώθηκε ότι η θερμική ενεργειακή κατανάλωση στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία η και ακόμα η Βρετανία.
Η ενέργεια στα ελληνικά νοικοκυριά δαπανάται κυρίως για θερμικές χρήσεις και συγκεκριμένα για θέρμανση των χώρων, (περίπου 59% του συνολικού φορτίου). Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ΕPA-ED υπολόγισε συγκριτικά το ποσοστό της ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών ανά είδος χρήσης. Όπως διαπιστώθηκε από το πρόγραμμα αυτό, το ποσοστό που αντιστοιχεί στην θέρμανση των κτιρίων στην Ελλάδα είναι σχετικά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό σε ένα κτίριο της Δανίας.
Μια εναλλακτική μέθοδος αξιολόγησης της ενεργειακής και περιβαλλοντικής ποιότητας των κτιρίων κατοικίας είναι ο υπολογισμός των εκπομπών CO2 ανά κάτοικο σε ετήσια βάση. Συμφώνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, οι κατοικίες στην Ελλάδα παράγουν περίπου 12-13 τόνους CO2 /κάτοικο/έτος. Η τιμή αυτή είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από όλες τις άλλες μεσογειακές χώρες και μεγαλύτερη ακόμα κι από πολύ βορειότερες χώρες, όπως η Νορβηγία, η Γερμανία, η Αυστρία και η Βρετανία.

Τριτογενής τομέας
Όπως και στην περίπτωση της κατοικίας, η κατανάλωση ενέργειας είναι εξαιρετικά υψηλή και για τα εμπορικά κτίρια. Από σύγκριση της ενεργειακής κατανάλωσης των γραφείων για διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος, EPA-ED, προκύπτει ότι η ενεργειακή κατανάλωση των γραφείων στην χώρα μας είναι συγκριτικά η μεγαλύτερη ανάμεσα στις αναφερόμενες χώρες.
Παρόμοια αποτελέσματα προκύπτουν και για άλλους τύπους κτιρίων του τριτογενή τομέα, (σχολεία, νοσοκομεία κλπ). Με βάση τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι τα κτίρια του τριτογενή τομέα στην Ελλάδα, παρουσιάζουν ιδιαίτερα αυξημένη κατανάλωση και είναι σαφές ότι το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Η «χρυσή τομή» για ένα κτίριο μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης

Όπως όλοι γνωρίζουμε ήδη, έχει τεθεί και ένας επιπλέον στόχος πολύ σημαντικός:
Το 2050 όλα τα κτίρια θα πρέπει να είναι ενεργειακά αυτόνομα
Αυτή την χρονική περίοδο υπάρχει μία συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανά χώρα, για το βέλτιστο μείγμα επεμβάσεων, που θα πρέπει να καθοριστεί στα κτίρια και που θα οδηγεί στο στόχο του 2050, αλλά και για την τεχνολογία πάνω στην οποία θα στηριχθούν οι μηχανικοί, για τον σχεδιασμό των νέων κτιρίων.
Μάλιστα χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Αραβικά Εμιράτα, επενδύουν ήδη σε τεχνολογίες κατασκευής κτιριακών υποδομών, που θα λειτουργούν χωρίς ορυκτά καύσιμα, ενώ αντίστοιχα στη χώρα μας, δεν καταφέραμε ακόμη να αναθεωρήσουμε τον ΚΕΝΑΚ!
Πριν από 25 χρόνια, στη Γερμανία, δημιουργήθηκε το πρότυπο Passive House (Παθητικό Κτίριο), το οποίο σήμερα έχει υιοθετηθεί και θεσμοθετηθεί από αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και από πολιτείες των Η.Π.Α. Το πρότυπο αυτό προβλέπει ότι η πρωτογενής κατανάλωση ενέργειας, για τα νέα κτίρια, θα πρέπει να είναι στις 15 kWh/m2 το χρόνο, ενώ για τα υφιστάμενα κτίρια, μετά από ανακαίνιση, οι 25 kWh/m2 το χρόνο. Αυτή η ενέργεια προβλέπεται στη συνέχεια, να καλύπτεται από Α.Π.Ε., οδηγώντας έτσι στο κτίριο Μηδενικής Κατανάλωσης Ενέργειας ή ΝΖΕΒ (Net Zero Energy Building).
Σε αυτά λοιπόν τα μεγέθη (λίγο χαμηλότερα λόγω της τεχνολογικής προόδου) αναμένεται να καταλήξουν οι Κανονισμοί Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ) όλων των ευρωπαϊκών χωρών και της Ελλάδας.

Ενεργειακή αποδοτικότητα και κτίριο

Είναι πια ευρέως γνωστό και κοινά αποδεκτό, ότι ο κτιριακός τομέας ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό της καταναλισκόμενης ενέργειας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (40%), ενώ στη χώρα μας το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 60% (γεγονός που αποκρύπτεται επιμελώς από όλους τους αρμόδιους φορείς, υποκρύπτοντας ύποπτες σκοπιμότητες) και έχει συνεχώς αυξητικές τάσεις. Για την παραγωγή αυτής της ενέργειας, η καύση ορυκτών καυσίμων προκαλεί πάνω από το 45% των συνολικών εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα.
Η ενεργειακή αποδοτικότητα, είναι ένας όρος που έχει πλέον καθιερωθεί και συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων τα θέματα της εξοικονόμησης και ορθολογικής χρήσης ενέργειας, ως μια νέα απαίτηση της κοινωνίας, στο πλαίσιο της βιώσιμης (αειφορικής) ανάπτυξης.
Η ενεργειακή αποδοτικότητα στα κτίρια και η ενεργειακή αποδοτικότητα κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες, αποτελούν πλέον ειδικό αντικείμενο σχετικών Ευρωπαϊκών Οδηγιών, στο πλαίσιο του περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της Κλιματικής Αλλαγής. Σήμερα, η ενεργειακή αποδοτικότητα, αποτελεί όχι μόνο αναγκαιότητα στο πλαίσιο της βιώσιμης-αειφορικής ανάπτυξης, αλλά και μετρήσιμο μέγεθος, στο οποίο οφείλουμε, ως παγκόσμια κοινωνία και ως χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ανταποκριθούμε, αν θέλουμε να ελέγξουμε έστω στο ελάχιστο, τη ραγδαία κλιματική μεταβολή. Και η αναγκαιότητα αυτή παρουσιάζεται στο μέγιστο, στα αστικά κέντρα, τα οποία συγκεντρώνουν το 80% περίπου του πληθυσμού και καταναλώνουν περίπου το 75% της παραγόμενης ενέργειας -με κύριους τομείς κατανάλωσης τον κτιριακό και τις μεταφορές- ενώ η παραγωγή και η (αυξητική) χρήση ενέργειας δημιουργούν το 94% των εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα.
Δεδομένης της αναγκαιότητας μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης δε, τίθεται το ερώτημα του πώς θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο, σε ποιο βαθμό, πότε και με ποια μέσα. Τι σημαίνει αυτό για την κοινωνία ποιοτικά και ποσοτικά; Πρέπει να κάνουμε και ποιούς συμβιβασμούς; Τι πρέπει και τι μπορούμε να αλλάξουμε σε ατομικό, τοπικό, εθνικό επίπεδο; Και τι αποτελέσματα μπορούμε να αναμένουμε κάτω από τις παρούσες συνθήκες; Εν ολίγοις, η ενεργειακή αποδοτικότητα στον κτιριακό τομέα:
μειώνει τις ενεργειακές απαιτήσεις του κτιρίου,
βελτιώνει την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, δημιουργεί απεξάρτηση από τις εισαγωγές καυσίμου
μειώνει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα
βελτιώνει τις συνθήκες άνεσης στους χώρους κατοικίας και εργασίας και αυξάνει την παραγωγικότητα,
προάγει το επίπεδο ζωής πολλών ανθρώπων
δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας στους τομείς που προάγουν την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων (μελέτη, πιστοποίηση, κατασκευή, χρήση, κοκ).

Η εξοικονόμηση ενέργειας σε ένα κτίριο εξασφαλίζεται από τη μία, με τον κατάλληλο σχεδιασμό του κτιρίου και τη χρήση ενεργειακά αποδοτικών δομικών στοιχείων και συστημάτων και από την άλλη, μέσω της υψηλής αποδοτικότητας των εγκατεστημένων ενεργειακών συστημάτων, με σημαντική προϋπόθεση την άριστη ποιότητα του σχετικού εξοπλισμού και της εγκατάστασής του, καθώς και των σχετικών τεχνικών μελετών που τον προδιαγράφουν.

Η ενεργειακή διαχείριση των κτιρίων

Ένας εξίσου καθοριστικός παράγοντας εξοικονόμησης ενέργειας είναι και η ενεργειακή διαχείριση του κτιρίου, μία συστηματική, οργανωμένη και συνεχής δραστηριότητα που αποτελείται από ένα προγραμματισμένο σύνολο διοικητικών, τεχνικών και οικονομικών δράσεων.
Οι επεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας σε ένα κτίριο μπορεί να αφορούν:

Το κτιριακό κέλυφος (θερμομόνωση, κατάλληλα συστήματα ανοιγμάτων, παθητικά ηλιακά συστήματα).
Τον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου (π.χ. χρήση βλάστησης).
Τις εγκαταστάσεις θέρμανσης, ψύξης, φωτισμού, ζεστού νερού και τις ηλεκτρικές συσκευές
Την ορθολογική χρήση του κτιρίου και την αξιοποίηση των δομικών του στοιχείων (π.χ. ενεργειακή διαχείριση, φυσικός αερισμός, αξιοποίηση της θερμικής μάζας).
Συνδυασμένες παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια μπορούν να επιφέρουν εξοικονόμηση έως και 80%.
Τεχνικές θερμικής προστασίας του κτιρίου (μονώσεις, αντικατάσταση κουφωμάτων και υαλοπινάκων κλπ) μπορεί να επιφέρουν έως και 60% εξοικονόμηση ενέργειας.
Την αντικατάσταση των παλιών οικιακών λεβήτων και την αναβάθμιση του συστήματος θέρμανσης, η οποία μπορεί να εξοικονομήσει από 10% έως 30% της ενέργειας θέρμανσης.
Στον εμπορικό τομέα, ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στο κέλυφος του κτιρίου, από 5% έως 10%.
Τη χρήση ηλιακών συλλεκτών που μπορεί να καλύψει της ανάγκες Ζεστού Νερού Χρήσης σε ποσοστό 70%.
Το φωτισμό που καταναλώνει το 14% της συνολικής ενέργειας του κτιριακού τομέα. Με τη χρήση πιο αποδοτικών εξαρτημάτων και συστημάτων ελέγχου και με την ενσωμάτωση τεχνικών φυσικού φωτισμού και άλλων τεχνολογιών μπορεί να έχουμε εξοικονόμηση 30-50%.
Τη χρήση της ενέργειας για κλιματισμό η οποία αναμένεται να διπλασιαστεί ως το 2020. Μία εξοικονόμηση κατά 25% μπορεί να επιτευχθεί από συστήματα κλιματισμού που εξασφαλίζουν απαιτήσεις βέλτιστης απόδοσης.
Λύσεις μη τεχνολογικές, απλές διαδικαστικές ρυθμίσεις και συμπεριφορικές αλλαγές που περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας έως και 10%, χωρίς όμως να μειωθεί, αλλά αντίθετα, να αυξηθεί το επίπεδο ποιότητας διαβίωσης στα κτίρια και τις πόλεις.
Τη χρήση συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης στα κτίρια του τριτογενή τομέα (δημόσια, εμπορικά κλπ), που έχουν τη δυνατότητα να διασφαλίσουν εξοικονόμηση έως και 10%.
Τοπικά διαθέσιμες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ηλιακή, γεωθερμία), συμπαραγωγή θερμότητας/ηλεκτρισμού, τηλεθέρμανση και αντλίες θερμότητας, που έχουν σημαντικό επιπρόσθετο δυναμικό εξοικονόμησης.
Βιοκλιματικές παρεμβάσεις σε αστικούς υπαίθριους χώρους που μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τις συνθήκες θερμικής, οπτικής και ακουστικής άνεσης, να συνεισφέρουν στην εξοικονόμηση ενέργειας στα παρακείμενα κτίρια και να μειώσουν σημαντικά το φαινόμενο της θερμικής νησίδας στις πόλεις.

Από όλα τα παραπάνω μέτρα, ο ακρογωνιαίος λίθος στην ενεργειακή απόδοση και στην ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων είναι η αποτελεσματική θερμομόνωση των αδιαφανών στοιχείων του κτιριακού κελύφους (τοίχοι, δώματα, οροφές, δάπεδα) με το διεθνώς βέλτιστο τεχνοοικονομικά θερμομονωτικό υλικό.

Ο ρόλος των ESCOs στην αναβάθμιση των δημοσίων κτιρίων

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκτιμάται ότι είναι εφικτό η ενεργειακή κατανάλωση να μειωθεί σε σχέση με το 1990 κατά 40% έως το 2030, με οικονομικά αποδοτικά μέτρα.
Το κόστος της ενεργειακής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης των δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων στην Ελλάδα, ώστε να είναι συμβατή με τα πρότυπα μιας σοβαρής ευρωπαϊκής χώρας, αγγίζει με συντηρητικούς υπολογισμούς τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε περίπτωση όπου τα υπάρχοντα κτίρια θα πρέπει σταδιακά να μετατραπούν κτίρια σε μηδενικής κατανάλωσης, απαιτούνται τουλάχιστον άλλα 70 δισ. ευρώ, έως το 2050. Ταυτόχρονα, οι απαιτούμενες επεμβάσεις στις μεγάλες πόλεις της χώρας ώστε να αντιμετωπιστεί η κλιματική υποβάθμιση και η παρατηρούμενη σοβαρή υπερθέρμανση, ξεπερνάει τα 50 δισ. ευρώ. Υπάρχει δηλαδή, οικονομικό αντικείμενο που ξεπερνά τα 250 δισ. ευρώ, ενώ οι σχετικές δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν στο σύνολό τους, άνω των 300 χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Τα ποσά είναι γιγαντιαία και σε μία πρώτη ανάγνωση μη διαθέσιμα στην χώρα. Και όμως, μέρος του κεφαλαίου αυτού υπάρχει και μάλιστα άμεσα. Εφόσον προχωρήσει γρήγορα η εμπλοκή των εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών, (ESCO’s) για την αναβάθμιση κυρίως των δημόσιων κτιρίων, μεγάλες διεθνείς εταιρείες μπορούν άμεσα να επενδύσουν ένα κεφάλαιο άνω των 50 δισ. ευρώ, μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια. Ο λόγος είναι σχετικά απλός. Οι εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών κερδίζουν ανάλογα με την απόλυτη τιμή της εξοικονομούμενης ενέργειας για κάθε κτήριο, όπου γίνεται επένδυση.
Τα ελληνικά κτίρια παρουσιάζουν τεράστια αρχική κατανάλωση και είναι δυνατός ο δραστικός περιορισμός της με σχετικά μικρές επενδύσεις. Στα ελληνικά κτίρια η κατανάλωση περιορίζεται δραστικά με απλό και φθηνό νοικοκύρεμα και όχι με επεμβάσεις εκσυγχρονισμού, που παρουσιάζουν μεγάλο κόστος. Κατά συνέπεια μια σχετικά μικρή επένδυση μπορεί να επιφέρει μεγάλα κέρδη. Τέτοια ευκαιρία δεν υπάρχει πουθενά στην Δυτική Ευρώπη, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των κτιρίων παρουσιάζει λογική κατανάλωση και το κόστος των επεμβάσεων που απαιτείται να πραγματοποιηθούν είναι πολύ μεγαλύτερο, ενώ η εξοικονόμηση σαν απόλυτη τιμή είναι πολύ μικρότερη. Επομένως, δεν είναι τυχαίο ότι πολύ μεγάλες διεθνείς εταιρείες έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθούν στον χώρο.

Είναι ενθαρρυντικό ότι η πολιτική ηγεσία δείχνει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο αντικείμενο και ολοκλήρωσε πολύ γρήγορα το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ενώ προχωράει πολύ γρήγορα η πιλοτική αναβάθμιση πέντε μεγάλων κτιρίων του δημοσίου από αντίστοιχες εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών.

Τα οικονομικά δεδομένα για κατοικίες και εμπορικά κτίρια

Ταυτόχρονα με τα κτίρια του Δημοσίου τομέα, τα ιδιωτικά εμπορικά κτίρια μπορούν να επωφεληθούν από την δραστηριοποίηση των εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών και να μειώσουν δραματικά τα λειτουργικά έξοδα τους που σχετίζονται με την ενέργεια, να αναβαθμίσουν περιβαλλοντικά τον εσωτερικό τους χώρο και να αυξήσουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων σε αυτά, χωρίς να χρειαστεί να δαπανήσουν ιδία κεφάλαια ή να δανειστούν για τις σχετικές οικοδομικές εργασίες.

Ο χώρος της κατοικίας λόγω των προφανών ιδιαιτεροτήτων απαιτεί διαφορετική οικονομική και πολιτική αντιμετώπιση. Ο πολίτης διστάζει να επενδύσει πρώτον, διότι δεν διαθέτει το απαραίτητο κεφαλαίο και δεύτερον, διότι αποθαρρύνεται από την σημαντική ασάφεια και την έγκυρη πληροφόρηση που υφίσταται στην αγορά όσον αφορά το είδος των επεμβάσεων που πρέπει να επιλέξει καθώς και το κόστος αυτών. Ήταν λοιπόν απαραίτητη η δημιουργία ενός οικονομικού περιβάλλοντος, όπου ο πολίτης, αφενός θα πειστεί ότι είναι προς συμφέρον του να αναβαθμίσει τον χώρο του, όπου θα του προσφερθούν ειλικρινείς υπηρεσίες και συμβουλές ώστε να επιλέξει συστήματα και υλικά που θα του προσφέρουν μεγάλα ενεργειακά κέρδη με το μικρότερο δυνατό κόστος, όπου τα οικοδομικά και ενεργειακά προϊόντα που του προτείνονται, είναι πιστοποιημένα και ελεγμένα ως προς την απόδοση τους, και όπου το κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών είναι λογικό και σημαντικά μικρότερο από αυτό που του προσφέρεται σήμερα.

Τα περιθώρια ανάπτυξης στην Ελλάδα

Το απόλυτα απαραίτητο νοικοκύρεμα και ο εκσυγχρονισμός του κτιριακού τομέα προσφέρει τεράστιες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης. Οι σχετικές πολιτικές έχουν ήδη σχεδιαστεί και απαιτείται πλέον πολύ δουλειά και προσπάθεια, ώστε να αρχίσει η υλοποίηση και να φανούν τα πρώτα αποτελέσματα. H Ελλάδα διαθέτει το πλέον ενεργοβόρο κτιριακό απόθεμα σε όλη την Ευρώπη. Σε κλιματικά ομογενοποιημένες τιμές, η κατανάλωση μιας κατοικίας στην Αθήνα είναι δύο με τρεις φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κατανάλωση ενός παρόμοιου κτιρίου στο Ελσίνκι. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, επιβαρύνει δραματικά τον προϋπολογισμό της κάθε οικογένειας και ιδίως των πολιτών χαμηλού εισοδήματος, αυξάνει το ηλεκτρικό φορτίο αιχμής και υποχρεώνει στην κατασκευή συνεχώς νέων σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και βυθίζει στην ενεργειακή φτώχεια εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας.

*Άρθρο του Γενικού Διευθυντή του Πανελληνίου Συνδέσμου
Διογκωμένης Πολυστερίνης (ΠΑ.ΣΥ.ΔΙ.Π.), κ. Παντελή Πατενιώτη.

Απάντηση