Η δυναμική της ελληνικής μεταλλουργίας

Η δυναμική της ελληνικής μεταλλουργίας

Ο κλάδος της ελληνικής μεταλλουργίας αποτελεί κινητήρια δύναμη όχι μόνο για την ελληνική μεταποίηση και τη βιομηχανία εν γένει, αλλά και για το σύνολο της εθνικής μας οικονομίας. Τα βασικά μέταλλα συγκεκριμένα, που αποτελούν άνω του 0,50% του ΑΕΠ, επενδύουν σχεδόν το 8% της ετήσιας Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) που δημιουργούν και αποτελούν άνω του 22% των ελληνικών εξαγωγών μεταποιητικών προϊόντων (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών).


Η μεταλλουργία αλουμινίου και χαλκού αποτελεί το 6% του συνόλου της αξίας παραγωγής της ελληνικής βιομηχανίας, διαμορφώνει μια ΑΠΑ άνω των 687 εκατ. ευρώ, στοιχείο που αποτελεί το 5,6% της ΑΠΑ του συνόλου της ελληνικής βιομηχανίας. Οι επενδύσεις στα δύο αυτά βασικά μέταλλα υπερβαίνουν το 21% της ΑΠΑ, με τις παραγωγικές επενδύσεις να ανέρχονται στο 17,6% της ΑΠΑ, όταν οι αντίστοιχοι δείκτες για το σύνολο της ελληνικής βιομηχανίας ανέρχονται σε 13,7% και 9,9%.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι οι μεταποιητικοί κλάδοι αλουμινίου και χαλκού επενδύουν περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας, συμβάλλοντας παράλληλα σημαντικά και στις δαπάνες R&D, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την καινοτομία, τη διαφοροποίηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, και κατ’ επέκταση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, το 36% των δαπανών R&D εκ του συνόλου που αναλαμβάνεται στη χώρα μας πραγματοποιείται από τη μεταποίηση, ενώ οι επιχειρήσεις βασικών μετάλλων και μεταλλικών προϊόντων επένδυσαν σε R&D κατά το 2017 το 2,3% επί του συνόλου του τζίρου τους.

Η συμβολή των εξαγωγών προϊόντων αλουμινίου και χαλκού στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών αγαθών είναι σημαντική αφού ανέρχεται στο 7% για το 2020 με τα πετρελαιοειδή και 10% χωρίς αυτά. Το αλουμίνιο συγκεκριμένα είναι ο σημαντικότερος βιομηχανικός κλάδος μη σιδηρούχων μετάλλων στη χώρα μας και σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Ενωσης Αλουμινίου (ΕΕΑ), απασχολεί άμεσα άνω των 16.400 εργαζομένων και συνολικά 80.000 εργαζομένους, είναι ο δεύτερος πιο εξαγωγικός κλάδος της χώρας μας με εξαγωγές της τάξεως του 1,75 δισ., κάτι που αντιστοιχεί στο 5,2% των συνολικών εξαγωγών της χώρας και εμπορική παρουσία σε πάνω από 50 χώρες.

Η δυναμική και εξωστρεφής δράση των ελληνικών μεταλλουργικών επιχειρήσεων, οι οποίες απασχολούν στις τάξεις τους υψηλά ποσοστά εξειδικευμένους και καλύτερα αμειβόμενους από τους περισσότερους άλλους κλάδους της οικονομίας εργαζόμενους, ενισχύει την ανάπτυξη ενός οικοσυστήματος άλλων ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται παράλληλα σε διάφορους κλάδους και τομείς της οικονομίας μας, ενώ συνεισφέρει σημαντικά στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και βέλτιστων διεθνών πρακτικών σε μια σειρά από εταιρικές λειτουργίες όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και η εταιρική διακυβέρνηση.

Οι εγχώριες εταιρείες χαλκού και αλουμινίου συμβάλλουν στην κλιματική ουδετερότητα και στην κυκλική οικονομία, προσφέροντας βιώσιμα προϊόντα και εξατομικευμένες λύσεις σε δυναμικά αναπτυσσόμενες αγορές, όπως οι συσκευασίες τροφίμων και αναψυκτικών, η αυτοκινητοβιομηχανία, η ναυπηγική βιομηχανία, η θέρμανση και ο κλιματισμός, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άλλες βιομηχανικές και μηχανολογικές εφαρμογές.

Παράλληλα, αποτελούν αναντικατάστατο μέρος της αλυσίδας αξίας που διαμορφώνεται από την εξόρυξη και προχωράει στη διαμόρφωση τελικών προϊόντων για βιομηχανικές ή καταναλωτικές χρήσεις και καταλήγει στην ανακύκλωση, ενώ έχουν επενδύσει σημαντικά για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής τους βάσεως, τη μείωση του κόστους παραγωγής, την αύξηση της παραγωγικής τους δυναμικότητας και την επέκταση του προϊοντικού τους χαρτοφυλακίου.

Η φύση της δραστηριότητας του μεταλλουργικού κλάδου, και ειδικότερα εκείνου των βασικών μετάλλων όπως το αλουμίνιο και ο χαλκός, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την κυκλική οικονομία. Και τα δύο αυτά μέταλλα μπορούν να ανακυκλωθούν πλήρως χωρίς να χάνουν τις ιδιότητές τους, μειώνοντας σοβαρά το ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους σε σύγκριση με πολλά ανταγωνιστικά υλικά, ελαχιστοποιώντας τις επιδράσεις της δραστηριότητάς μας στο φυσικό περιβάλλον και στην εξάντληση των φυσικών πόρων για την παραγωγή ενέργειας.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης Αλουμινίου (ΕυΕΑ), άνω του 75% των συσκευασιών κουτιών αλουμινίου (cans) ανακυκλώνεται κατ’ έτος, ενώ υφίσταται ο στόχος για αύξηση αυτού του ποσοστού στο 100% έως και το 2030. Οι παγκόσμιες τάσεις της αστικοποίησης, της ηλεκτροκίνησης, της κλιματικής αλλαγής και όσων επιφέρει, της ανάγκης για αύξηση παραγωγής ενέργειας από πράσινες πηγές και της εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και αυτή της κυκλικής οικονομίας που προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη λόγω της εξάντλησης των φυσικών πόρων, προσφέρουν όχι μόνον υψηλή ζήτηση για τα βασικά μέταλλα που κατεργαζόμαστε, αλλά και εξαιρετικές προοπτικές και μάλιστα σε πλήθος νέων εφαρμογών.

Το αλουμίνιο πλέον προβάλλει ως το κυρίαρχο υλικό για τη συσκευασία ποτών, ενώ τα ηλεκτροκινούμενα οχήματα εμπεριέχουν έως και 4 φορές μεγαλύτερες ποσότητες χαλκού –σε σχέση με τα συμβατικά– για την παραγωγή τους.

Οι προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του μεταλλουργικού κλάδου και ιδίως αυτού που σχετίζεται με την κατεργασία αλουμινίου και χαλκού είναι κατεξοχήν τεχνολογικές, αφού σχετίζονται αφενός με τη δυνατότητα διαχωρισμού μετάλλων και αφετέρου με τη μεταλλουργική επανα-κατεργασία τους, και μάλιστα με στόχο τον εξευγενισμό των ανακυκλούμενων προϊόντων με πυρο-μεταλλουργικές μεθόδους, νοουμένου ότι και οι δύο αυτές συνθήκες –εφόσον εκπληρώνονται– προσδίδουν σημαντικό κοστολογικό πλεονέκτημα με θετικές ενεργειακές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Η υιοθέτηση αυτών των πολιτικών διαχωρισμού και επανα-κατεργασίας μετάλλων εμπεδώνει περαιτέρω τη θέση του αλουμινίου και του χαλκού ως τα πλέον φιλικά προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο μέταλλα και συμβάλλει στην καθιέρωση προτύπων που διασφαλίζουν τους καταναλωτές και ενισχύουν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η ενεργοβόρος φύση της επεξεργασίας αλουμινίου είναι επίσης μια σημαντική παράμετρος που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του αντίστοιχου κλάδου, γι’ αυτό και η ανάγκη να υφίσταται ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας στο σύνολο της ελληνικής μεταλλουργίας είναι διαρκής.

Η βιομηχανία, ως δευτερογενής τομέας, έχει ιδιαίτερη συνεισφορά στο σύνολο της οικονομίας. Το 40% της φορολογίας νομικών προσώπων στη χώρα μας προέρχεται από τη μεταποίηση.

Η βιομηχανία σήμερα συνεισφέρει στο 87% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας και, δεδομένου ότι οι εξαγωγές είναι παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης, η περαιτέρω αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας με εξωστρεφή χαρακτήρα διευκολύνει την επίτευξη των μακροοικονομικών επιδιώξεων, αφού σύμφωνα με το ΙΟΒΕ για κάθε 1 ευρώ άμεσης συνεισφοράς στη μεταποίηση προστίθενται 3,1 ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας. Η ανάγκη περαιτέρω επένδυσης στη μεταποίηση προκύπτει έκδηλα από μελέτες του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με τις οποίες εάν η μεταποίηση επανερχόταν στο 11,4% του ΑΕΠ, που κατείχε το 1995, από το 9% όπου βρίσκεται σήμερα θα προέκυπτε αύξηση του ΑΕΠ κατά 12,8% (€22,7 δισ.), αύξηση της απασχόλησης κατά 12,7% (ήτοι περί τις 504.000 θέσεις εργασίας με τις 154.000 άμεσα στη μεταποίηση) και αυξημένα έσοδα για το Δημόσιο κατά 4,6 δισ. ετησίως.

Η ελληνική βιομηχανία απεδείχθη ιδιαίτερα ανθεκτική από το 2010 και εντεύθεν παρά τη σοβαρή πτώση που παρατηρήθηκε στην εσωτερική ζήτηση και τα μειονεκτήματα του υψηλού κόστους ενέργειας και του υψηλού μη μισθολογικού κόστους. Η ελληνική μεταλλουργία ως κλάδος της ελληνικής βιομηχανίας απεδείχθη ακόμη πιο εύρωστη. Ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής βασικών μετάλλων κατά την περίοδο 2018-2020 ξεπέρασε τις 122 μονάδες, όταν ο συνολικός Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής ανήλθε στις 105,3 μονάδες, κάτι που συνεχίζει να παρατηρείται. Αντίστοιχα και ο κύκλος εργασιών για τα βασικά μέταλλα αυξήθηκε την περίοδο 2009-2016 κατά 11% έναντι πτώσεως της τάξεως του -7% στο σύνολο της μεταποίησης, σύμφωνα με την Eurostat, τους εθνικούς λογαριασμούς και το ΙΟΒΕ.

Η ανάπτυξη και η δυναμική της ελληνικής μεταλλουργίας ως μέρος της ελληνικής βιομηχανίας δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από την ανάγκη να υπάρξει συγκροτημένη εθνική βιομηχανική πολιτική, εντός όμως του ευρωπαϊκού πλαισίου και των στρατηγικών του επιδιώξεων. Η Ε.Ε. έχει θέσει στόχους ως προς την περαιτέρω αύξηση της συμβολής της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ, αντιλαμβανόμενη υπό τα νέα δεδομένα που ανακύπτουν από τον ασιατικό ανταγωνισμό, την αμερικανική εσωστρέφεια, την επάνοδο κατά τα προηγούμενα έτη του προστατευτισμού, αλλά και τη διατάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας μετά την έναρξη της πανδημίας, την ανάγκη να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην εμπέδωση της βιομηχανικής της ισχύος.

Η πρόσβαση σε πρώτες ύλες θεωρείται παράγοντας καθοριστικής σημασίας για την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, και οι σοβαρές διαταραχές εφοδιασμού των βιομηχανικών αλυσίδων αξίας που παρατηρήθηκαν λόγω της κρίσης της COVID-19 έφεραν στο προσκήνιο τον σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο της υπερβολικής εξάρτησης της Ευρώπης από τρίτες χώρες. Το στοιχείο αυτό έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην απόφαση επικαιροποίησης της Ευρωπαϊκής Βιομηχανικής Στρατηγικής τον Μάιο του 2021 και στην υιοθέτηση μέτρων πολιτικής για την αντιμετώπιση των στρατηγικών εξαρτήσεων της Ε.Ε. Ο ΟΟΣΑ, σε έκθεσή του το 2019 αναφορικά με τις προοπτικές των υλικών πόρων έως το 2060, προβλέπει ότι η παγκόσμια χρήση υλών θα υπερδιπλασιαστεί από 79 δισ. τόνους το 2011 σε 167 δισ. τόνους το 2060 (+110 %), ενώ, ειδικά για τα μέταλλα σημειώνει ότι η χρήση τους θα αυξηθεί από 8 σε 20 δισ. τόνους το 2060 (+150%).

Η Ευρώπη, με μακρά παράδοση στις εξορυκτικές και μεταλλευτικές δραστηριότητες, αλλά και με μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές όσον αφορά τα περισσότερα μέταλλα, λαμβάνει σειρά πρωτοβουλιών τα τελευταία χρόνια για να εξασφαλίσει τις πρωτογενείς και δευτερογενείς πρώτες ύλες που απαιτούνται, για την προώθηση πράσινων και ψηφιακών τεχνολογιών στα ευρωπαϊκά βιομηχανικά οικοσυστήματα.

Η επικαιροποίηση της Ευρωπαϊκής Βιομηχανικής Στρατηγικής έθεσε τα θεμέλια για τη διττή μετάβαση στην πράσινη και στην ψηφιακή οικονομία, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο και την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης επιπροσθέτως της βιομηχανικής στρατηγικής του 2020, που εμπεριείχε κατάλογο δράσεων για τη στήριξη της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να απέχει από τις παραπάνω εξελίξεις. Η βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας μας πρέπει να αναβιβαστεί σε εθνική υπόθεση για σαφείς οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους. Ολοι οι φορείς εκπροσωπήσεως της βιομηχανίας στη χώρα μας υποστηρίζουν την ανάγκη για αύξηση της συμβολής της από το 9% στο 12% έως και το 2025 και 15% εντός των επομένων 15 ετών.

Η σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Βιομηχανίας είναι μια θετική πρωτοβουλία που πρέπει επίσης να λάβει υπόψη της την ανάγκη για διαμόρφωση ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης ανακυκλούμενων εγχώριων υλών και υλικών, μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, μετάβαση στην κλιματικά ουδέτερη βιομηχανική παραγωγή, ψηφιοποιημένη παραγωγή και αρμονική βιομηχανική συμβίωση και μάλιστα δημιουργώντας αλυσίδες προστιθέμενης αξίας. Η ελληνική βιομηχανία, και ειδικά ο κλάδος της μεταλλουργίας, αναπτύχθηκε σημαντικά στο παρελθόν, όταν επικράτησαν συγκεκριμένες συνθήκες και συνεχίζει να αναπτύσσεται. Η ελληνική μεταλλουργία είναι σταθερά προσανατολισμένη στην προσπάθεια να βελτιώσει το διεθνές της αποτύπωμα, βασιζόμενη στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης με σαφείς ευεργετικές οικονομικές, κοινωνικές και εθνικές επιπτώσεις.

* Ο κ. Πάνος Λώλος είναι γενικός διευθυντής του τομέα διέλασης χαλκού και κραμάτων της ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ Α.Ε. και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη, ενώ το άρθρο αποτελεί μέρος της εισήγησης που έγινε στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου «Rawmat 2021».

Πηγή: kathimerini.gr

Απάντηση