Εξοικονόμηση Ενέργειας: Τι θα «σαρώσει» το κύμα ανακαινίσεων

Κύματος-Ανακαίνισης

Καθώς η ΕΕ επιδιώκει να ανακάμψει από την κρίση του COVID-19, οι ενεργειακές ανακαινίσεις στα κτίρια αποτελεί έναν βασικό πυλώνα της στρατηγικής της πράσινης ανάκαμψης σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.


Μέχρι το 2030, μέσω του «Κύματος Ανακαίνισης» (το οποίο προδιαγράφει 35 εκατ. ανακαινίσεις), θα μπορούσαν να δημιουργηθούν έως και 160.000 πράσινες θέσεις εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα στα ευρωπαϊκά κράτη. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν πολύ ευνοϊκή αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για έναν τομέα όπου το 90% της δραστηριότητας ασκείται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν πληγεί από τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας καταγράφοντας πτώση κατά 15,7% το 2020 ενώ την ίδια τύχη είχαν και οι επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης οι οποίες μειώθηκαν κατά 12%.

Το «Κύμα Ανακαινίσεων» για ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, που προωθεί η ΕΕ εκτιμάται ότι θα απαιτήσει σε ετήσια βάση περίπου 275 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων οι οποίες μπορούν να υλοποιηθούν μέσω στοχοθετημένης χρηματοδότησης (προγράμματα «Renovate» και «Power Up» στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας του NextGenerationEU καθώς και μέσω του συνδυασμού διαφορετικών χρηματοδοτικών ροών και κινήτρων για ιδιωτική χρηματοδότηση.

Γιατί απαιτείται εκτεταμένη ανακαίνιση

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, περισσότερα από 220 εκατομμύρια κτίρια, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 85% του οικοδομικού αποθέματος της ΕΕ, έχουν κτιστεί πριν από το 2001 ενώ το 85-95% των κτιρίων που υπάρχουν σήμερα θα εξακολουθούν να υφίστανται το 2050. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα κτίρια δεν είναι ενεργειακά αποδοτικά και βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα και σε παλαιές τεχνολογίες για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών. Τα κτίρια είναι υπεύθυνα για περίπου το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της ΕΕ και για το 36% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Ο νέος νόμος της ΕΕ για το κλίμα αυξάνει τον στόχο της ΕΕ για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030 από 40% σε τουλάχιστον 55% σε σύγκριση με το 1990. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός θα πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα κτίρια κατά 60%, η τελική κατανάλωση ενέργειας κατά 14% και η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση και ψύξη κατά 18%.

Ωστόσο, σήμερα, μόνο το 11% του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος στην ΕΕ υφίσταται κάποιο επίπεδο ανακαίνισης ετησίως ενώ πολύ σπάνια, οι εργασίες ανακαίνισης αφορούν στην ενεργειακή απόδοση (το σταθμισμένο ετήσιο ποσοστό ενεργειακής ανακαίνισης είναι χαμηλό στο 1% περίπου). Ουσιαστικά, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο οι ριζικές ανακαινίσεις, οι οποίες θέτουν ως στόχο τη μείωση κατανάλωσης ενέργειας κατά τουλάχιστον 60% πραγματοποιούνται μόνο στο 0,2% του κτιριακού αποθέματος. Με αυτόν τον ρυθμό, θα χρειάζονταν αιώνες προκειμένου ο κατασκευαστικός τομέας να καταστεί ανθρακικά ουδέτερος.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Η ενεργειακή κατανάλωση που αντιστοιχεί στα κτίρια στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε περίπου 42% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας στη χώρα. Σε θερμικές χρήσεις, τόσο στον οικιακό όσο και στον τριτογενή τομέα κυριαρχεί το πετρέλαιο και ακολουθούν η βιομάζα, ο ηλεκτρισμός και το φυσικό αέριο.

Στην Ελλάδα, ο στόχος του ΕΣΕΚ αφορά στην ενεργειακή αναβάθμιση του 12%-15% των κτιρίων εντός της δεκαετίας 2021-2030. Προκειμένου το κτιριακό απόθεμα να πλησιάσει στο μηδενικό ισοζύγιο ενέργειας μέχρι το 2050 θα πρέπει να τεθούν ακόμη πιο φιλόδοξοι στόχοι και πολιτικές και συγκεκριμένα να εφαρμοστούν αυστηρές προδιαγραφές για τα νέα κτίρια και να συντελεστεί μεγάλης έκτασης ενεργειακή αναβάθμιση των παλαιών κτιρίων.

Προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ», «Εξοικονομώ – Αυτονομώ», «Ηλέκτρα», έχουν ήδη συμβάλει στο να γίνει η αρχή με τη χρήση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και ιδιωτικών κεφαλαίων τα οποία με την κατάλληλη μόχλευση οδηγούν σε επενδύσεις δισεκατομμυρίων.

Ωστόσο, η Ελλάδα, ως χώρα έχει κάποιες ιδιαιτερότητες και η ανακαίνιση πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν και άλλες παραμέτρους όπως είναι η σεισμικότητα αλλά και παθογένειες του ελληνικού δημοσίου όπως ήταν (τουλάχιστον παλαιότερα) η χαμηλή απορρόφηση των πόρων. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η τοποθέτηση του κ. Κωνσταντίνου Μακέδου, προέδρου του ΔΣ της Attica Bank ο οποίος μιλώντας στο συνέδριο «GREEN DEAL GREECE 2021», αναφέρθηκε στην ελληνική πραγματικότητα και επεσήμανε ότι:

«Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κύμα ανακαίνισης σε ολόκληρο τον οικοδομικό τομέα επιδιώκοντας και την ενεργειακή αναβάθμιση αλλά και την ανθεκτικότητα στις φυσικές καταστροφές και πρωτίστως στους σεισμούς… Η άμεση και αποτελεσματική αξιοποίηση και όχι απλώς η απορρόφηση των πόρων του νέου ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μέσα από την εκτέλεση του σχεδίου Ελλάδα 2.0 καθώς και η έγκαιρη και αποτελεσματική του εφαρμογή αναμφίβολα αποτελεί μία πρωτόγνωρη πρόκληση τόσο για τον Δημόσιο όσο και για τον Ιδιωτικό τομέα».

Πηγή: insider.gr

Απάντηση