Δημήτρης Αναστασάκης: Ο Έλληνας αρχιτέκτονας που χτίζει σπίτια για τους φτωχούς της Βραζιλίας

αρχιτέκτονας
Print Friendly, PDF & Email

Με τη Βραζιλία να ζει μια από τις χειρότερες, πολιτικά, στιγμές της, το αστικό πρόβλημα παραμένει οξύ και μόνο στο Ρίο ντε Τζανέιρο το ένα τρίτο των κατοίκων ζει σε φαβέλες, χωρίς στοιχειώδεις υποδομές.


Ένας Έλληνας αρχιτέκτονας, ο Δημήτρης Αναστασσάκης, γνωστός στη χώρα ως «ο αρχιτέκτονας των φτωχών», πρωτοστατεί στην προσπάθεια να βελτιωθούν οι συνθήκες τους και να υπάρξει λύση για το πρόβλημα.

Από τη δεκαετία του 1920, το Ρίο ντε Τζανέιρο αναπτύχθηκε με επίκεντρο την άναρχη δόμηση των παραγκουπόλεων, τις γνωστές φαβέλες.

Περίπου 1.5 εκατομμύρια άνθρωποι, το ένα τέταρτο του πληθυσμού της πόλης μένουν σήμερα σε φαβέλες, παράνομες και χωρίς βασικές υποδομές «γειτονιές».

Τα πάντα σε αυτές τις «γειτονιές» είναι παράνομα.

Από τη δόμηση, τη χρήση της γης, ως συχνά και τις δραστηριότητες των κατοίκων τους, αλλά και τον τρόπο που έχει επιλέξει η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει το πολύ υπαρκτό αυτό πρόβλημα.

Η καθημερινή ζωή των ανθρώπων εδώ είναι άδεια από παροχές και γεμάτη από βία.

Οι διάφορες κυβερνήσεις που έχουν περάσει από τη χώρα, έχουν κατά καιρούς κάνει κάποιες προσπάθειες για να μεταφέρουν τους κατοίκους σε άλλου είδους κατοικίες, όπως τα συγκροτήματα που φτιάχτηκαν στο πλαίσιο του πρόσφατου προγράμματος Minha Casa Minha Vida, όμως οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες έχουν κατηγορηθεί ότι απλώς «μετακόμισαν» αλλού τις κοινωνικές ανισότητες που μαστίζουν τα αστικά τοπία της χώρας.

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους των παραγκουπόλεων, αλλά και πολλοί υποστηρικτές τους, υποστηρίζουν ότι πρέπει να αποδοθούν στους κατοίκους τίτλοι ιδιοκτησίας της γης.

Και βέβαια ζητούν να ενσωματωθούν οι φαβέλες στον αστικό ιστό, με έργα υποδομής: Υπονόμους, τρεχούμενο νερό, περισυλλογή απορριμμάτων και διάνοιξη των δρόμων.

Η αστικές ανισότητες έχουν διογκωθεί ακόμα περισσότερο με την τωρινή ακροδεξιά κυβέρνηση του Μπολσονάρο.

Η οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση στο Ρίο ντε Τζανέιρο υπήρχε, όμως, από την εποχή που η χώρα ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2016.

Παρ’ όλα αυτά, οι σχεδιασμοί του τότε Δημάρχου της πόλης, Εντουάρντο Παές, που η θητεία του έληξε το Φθινόπωρο του 2016, συνεχίστηκαν και μετά, χωρίς ιδιαίτερη αναθεώρηση.

Η πόλη υπέστη αλλαγές, προκειμένου να προσαρμοστεί στις ανάγκες των Αγώνων και οι αλλαγές αυτές είχαν ως επίκεντρο το σύστημα Μαζικής Μεταφοράς, την αναδιαμόρφωση του λιμανιού και το πλούσιο προάστειο της Μπάρα ντε Τιγιούκα στα δυτικά της πόλης, εκεί που δημιουργήθηκε και το Ολυμπιακό Πάρκο.

Για μια ακόμη φορά οι φτωχοί κάτοικοι της πόλης δεν ήταν μέρος του σχεδιασμού, παρά μόνο απομακρύνθηκαν από κάποιες περιοχές, στα οποίες η ύπαρξή τους «δεν βόλευε».

Ο σχεδιασμός ήταν ξεκάθαρα επικεντρωμένος στη βελτίωση της εξωτερικής εικόνας της πόλης, χωρίς να δίνει καμία σημασία στην ουσία.

Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια στη Βραζιλία και ιδιαίτερα στο Ρίο, υπάρχει μια άνθιση του αστικού ακτιβισμού:

Οι κάτοικοι των φτωχών περιοχών δημιουργούν κοινότητες και συνεργάζονται με αρχιτέκτονες και μηχανικούς, προκειμένου να κάνουν οι ίδιοι ότι μπορούν για να βελτιώσουν την κατάστασή τους.

Κάποιες φορές βρίσκουν συμμάχους και στην τοπική ή κεντρική κυβέρνηση, ανθρώπους πρόθυμους να βοηθήσουν τις φαβέλες και τους κατοίκους τους να ενταχθούν με έναν πιο ανθρώπινο τρόπο στον αστικό σχεδιασμό.

Ένας Έλληνας αρχιτέκτονας, που ζει εδώ και πολλά χρόνια στη Βραζιλία, ο Δημήτρης Αναστασάκης, είναι από τους πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας.

Ο Έλληνας αρχιτέκτονας των φτωχών

Ο Αναστασάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1948 και μετανάστευσε στην Βραζιλία με την οικογένειά του σε ηλικία 8 ετών.

Αποφοίτησε από την Σχολή αρχιτεκτονικής του Ρίο ντε Τζανέιρο (UFRJ) το 1973 με καθυστέρηση δύο χρόνων λόγω φυλάκισής του την εποχή της δικτατορίας ως μέλος του (μαοϊκού) Κομουνιστικού Κόμματος της Βραζιλίας (Partido Comunista do Brasil).

Στην Βραζιλία είναι γνωστός ως ο «αρχιτέκτονας των φτωχών».

«Υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τις φαβέλες.

Μία από τον περουβιανό θεωρητικό Hernando de Soto που υποστηρίζει ότι πρέπει να έχουμε ως βασικό στόχο να δώσουμε τίτλους ιδιοκτησίας στους κατοίκους της φαβέλας.

Επίσης λέει ότι αν οι κάτοικοι δεν θέλουν καινούργιους οικισμούς, δεν μπορούμε να πάμε εμείς ως αστοί να χτίσουμε γι’ αυτούς.

Και από την άλλη μεριά, υπάρχει η δεξιά που θέλει να διώξει τους φτωχούς από τις φαβέλες για να εκμεταλλευτεί τη γη, εφόσον αυτή η γη δεν ανήκει τυπικά στους κατοίκους και η δόμηση έχει γίνει χωρίς άδεια.

Αλλά υπάρχει ένας ενδιάμεσος δρόμος που λέει ότι ναι μεν πρέπει να συντηρήσουμε ότι είναι καλά φτιαγμένο μέσα στην φαβέλα, αλλά να κάνουμε και καινούργια πράγματα που είναι αναγκαία, π.χ. να ανοίξουμε δρόμους, να φτιάξουμε αποχετεύσεις, να προσφέρουμε νέα κατοικία, κλπ.

Αυτός ήταν ο στόχος του ‘Favela Bairro’ που επιτεύχθηκε αρχικά μέσα από έναν μεγάλο εθνικό διαγωνισμό σχεδίων για 15 φαβέλες και μετά επεκτάθηκε σε ακόμα 300 φαβέλες, με χρηματοδότηση του IDB (Interamerican Development Bank).

Αλλά πριν από αυτό εγώ είχα ήδη κάνει αρκετές δουλειές σε φαβέλες και αργότερα, όταν έπαψα να είμαι πρόεδρος του συλλόγου, πήραμε μέρος σε διαγωνισμούς και σχεδιάσαμε πολλά συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας, όπως το Vigário Geral/ Parada de Lucas και το Santo Amaro, Grota στο Ρίο, το Peinha στο São Paulo, το Novos Alagados στο Salvador στην Bahia, την Independência στη Petrópolis, κ.λπ.», έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην αρχιτέκτονα Τζίλλυ Τραγανού

Το 1989 ξεκίνησε μια κοοπερατίβα στο Ρίο, της οποίας ήταν αρχικά πρόεδρος και η οποία έφτασε να έχει 23 συνέταιρους: 16-17 αρχιτέκτονες, έναν κοινωνιολόγο, έναν οικονομολόγο, έναν φιλόσοφο, 2 μηχανικούς, 2 σχεδιαστές κλπ.

Κέρδισαν πολλούς διαγωνισμούς και έκαναν πολλά έργα, τόσο στο Ρίο όσο και στο Σάο Πάολο και αλλού.

Μέρος αυτής της πρωτοβουλίας, στο Σάο Πάολο, οδήγησε στην κατοχύρωση του δικαιώματος των κατοίκων να μείνουν εφ’ όρου ζωής στα σπίτια που δημιουργήθηκαν γι αυτούς, πληρώνοντας ένα σταθερό ποσό κάθε μήνα.

Το κτίριο ανήκει στην πόλη αλλά οι κάτοικοι ζουν εκεί για όσο θέλουν και το συμβόλαιο αυτό κληρονομείται στα παιδιά τους.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι κάτοικοι έχτισαν οι ίδιοι τα κτίρια αυτά.

Τα λεφτά που έδινε ο δήμος δεν επαρκούσαν και έτσι η κατασκευή έγινε με το σύστημα mutirão: Κάθε οικογένεια έδινε 16 ώρες την εβδομάδα.

Οι ηλικιωμένες γυναίκες πρόσεχαν τα παιδιά και ένας από αυτούς μαγείρευε φαγητό για όλους.

Μέσα από το κοινό φαγητό στήθηκαν και οι κοινωνικές σχέσεις.

Πήρε μόνο 18 μήνες να χτιστούν 600 σπίτια με αυτό το σύστημα.

Σπίτια με το σύστημα Λέγκο

Ο Αναστασάκης εξηγεί ότι για την κατασκευή των σπιτιών αυτών είναι σαν το λέγκο. «Δεν το λέω μεταφορικά.

Χρησιμοποιούσαμε τα λέγκο στον σχεδιασμό. Λοιπόν, αυτό το τουβλάκι το άσπρο είναι ένα δωμάτιο 3×3, σε κλίμακα 1.200. Αν αυτό είναι 3×3μ, αυτό είναι 3×4,5 μ, και ούτω καθεξής. Το λαϊκό σπίτι της Βραζιλίας είναι συνήθως 3×3 μέτρα.

Υπάρχουν μελέτες του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο που λένε ότι χωράει καλά ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα κλπ. Το κατώτερο ύψος το ορίζει ο νόμος στο 2,60μ.», λέει.

Επιπλέον, κάθε 8, 12 ή 16 σπίτια έχουν ένα κοινό χώρο που κλείνει με πόρτα και το βράδυ χρησιμοποιείται σαν πάρκινγκ.

Λίγα χρόνια αργότερα, δημιουργήθηκε και η γειτονιά Saude, στο Ρίο. Εκατόν πενήντα διαμερίσματα, με σχετικά χαμηλή πυκνότητα, επίσης με το σύστημα λέγκο.

Τα κτίσματα ενώνονται ανά 2 ή 3, και έχουν μια κοινή σκάλα.

Οι υπαίθριοι χώροι είναι κοινοί για όλους και κάποιοι είναι στον όροφο σαν βεράντες.

Στην περίπτωση του Saude, οι κάτοικοι είναι ιδιοκτήτες και έχουν πάρει δάνειο από την Caixa Econômica Federal που είναι η εθνική τράπεζα της Βραζιλίας.

Τα πρώτα διαμερίσματα πουλήθηκαν προς 35-40 χιλιάδες Reais (1 ευρώ =3.90 R).

Τώρα κοστίζουν 350 χιλιάδες (89.000 ευρώ). «Η Caixa είναι πάμφθηνη και είναι κάτι που υπάρχει μόνο στη Βραζιλία.

Έγινε στην δικτατορία και οι οικονομολόγοι λένε ότι οι τόκοι είναι αρνητικοί.

Ο εργοδότης στην Βραζιλία είναι υποχρεωμένος να πληρώνει ένα ποσό τον μήνα για τον εργαζόμενο στο ταμείο αυτό, 8% του μισθού του, σαν εγγύηση για την περίπτωση που θα χάσει την δουλειά του.

Και αυτά τα ποσά χρησιμοποιεί η τράπεζα για στεγαστικά δάνεια για πληθυσμούς που έχουν ανάγκη», εξηγεί ο Αναστασάκης.

Ο ίδιος έχει μια κάπως παράδοξη άποψη για την οικονομική κρίση και την υπερεκμετάλλευση της γης: «Οι Ολυμπιακοί και το Μουντιάλ ήταν αφορμή για να επιταχυνθεί η αλλαγή στις υποδομές της περιοχής.

Αλλά τώρα με την κρίση θα πάρει τουλάχιστον 10-20 χρόνια για να ολοκληρωθούν τα έργα και θα έχουμε χρόνο να διορθώσουμε όποια σφάλματα. Θα πω κάτι που ίσως ακούγεται παράξενο: Η κερδοσκοπία και το πέρασμα του χρόνου έχουν αφήσει μια παράξενη κληρονομιά που εγώ την βρίσκω θετική.

Την δυνατότητα να χτίσεις σε ύψος για να εξασφαλίσεις φτηνότερη κατοικία, που θα θεωρούνταν αμάρτημα αν το έλεγε κανείς πριν από κάμποσα χρόνια.

Η γη έχει μια συγκεκριμένη αξία. Αν βάλεις 20 σπίτια έχεις ένα Χ αποτέλεσμα, αλλά αν βάλεις 100 αλλάζουν τα πράγματα», λέει.

Πηγή: b2green.gr

Απάντηση