Χάρης Δούκας: Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας στη νέα κανονικότητα

κορονοϊού

Η πανδημία του κορονοϊού ανάγκασε ολόκληρες χώρες να μπουν σε καθολικά μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας, με τις επιχειρήσεις, τη βιομηχανία και τις μετακινήσεις να μειώνονται σημαντικά προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω διάδοση του ιού.


Ως αποτέλεσμα των ακραίων αυτών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορονοϊου, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παρουσίασε σημαντική μείωση, αγγίζοντας μεσοσταθμικά το 15 % τον Μάρτιο και τον Απρίλιο (μεταξύ 10-20% κυμάνθηκε στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες).

Το γεγονός αυτό οδήγησε σε σημαντική μείωση της καύσης άνθρακα και φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με τα επίπεδα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρισμού να είναι χαμηλότερα κατά 40% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο το προηγούμενο έτος.

Η ανάλυση των δεδομένων ηλεκτρισμού για τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο καταδεικνύει ακόμα ότι τους ίδιους μήνες, η παραγωγή από ηλιακή ενέργεια αυξήθηκε κατά 28% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, εξαιτίας των νέων εγκαταστάσεων αλλά και της ηλιοφάνειας στην Ευρώπη.

Σε συνδυασμό με την πτώση στη ζήτηση, το παραπάνω γεγονός σημαίνει ότι πολλές χώρες κατάφεραν να θέσουν ιστορικά υψηλά ποσοστά συμμετοχής Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς και ιστορικά χαμηλά ποσοστά συμμετοχής ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα, ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο, η παραγωγή από αιολική και ηλιακή ενέργεια σημείωσε ρεκόρ, καλύπτοντας το 25% της ζήτησης.

Οι εκτιμήσεις πριν την πανδημία, έδειχναν ότι τόσο μεγάλη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών δεν θα συνέβαινε πριν το 2025. Τα δεδομένα λοιπόν αυτά, μέσα στην πρωτόγνωρη κρίση που περνάμε, αποδεικνύουν ότι τα ηλεκτρικά συστήματα μπορούν να λειτουργήσουν ομαλά και αξιόπιστα σε αυτές τις συνθήκες. Όταν δηλαδή η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στην κάλυψη της ζήτησης, όπως η αιολική και ηλιακή ενέργεια, που παρουσιάζουν έντονη διακύμανση, είναι πολύ υψηλή.

Ωστόσο, το παραπάνω στιγμιότυπο του μέλλοντος καταδεικνύει και κάτι ακόμα. Πως υπάρχει σημαντική έλλειψη ευελιξίας του ηλεκτρικού συστήματος, καθώς πολλοί σταθμοί παραγωγής δεν είχαν την δυνατότητα να διακόψουν πλήρως τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα τις πολύ χαμηλές ή ακόμα και αρνητικές τιμές. Συνεπώς, τα ηλεκτρικά συστήματα πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία στην ικανότητά τους να απορροφούν υψηλά ποσοστά αιολικής και ηλιακής ενέργειας στο μέλλον.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, μόλις πριν λίγες μέρες, την Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020, δεν παράχθηκε ούτε μία λιγνιτική κιλοβατώρα από τους θερμοηλεκτρικούς σταθμούς της Δυτικής Μακεδονίας. Αυτό είχε να συμβεί περίπου 60 χρόνια. Συγκεκριμένα, το διήμερο 20-21 Μαΐου, σε ολόκληρη την επικράτεια, από το σύνολο των 14 λιγνιτικών μονάδων που έχουν απομείνει σε λειτουργία, λειτούργησε μόνο μία (Μεγαλόπολη IV) στην Πελοπόννησο.

Σήμερα, στην χώρα, πολλές φορές, πρώτη πηγή ηλεκτρισμού είναι οι ΑΠΕ. Πρόκειται για μία κοσμογονική αλλαγή, αν σκεφτεί κανείς, πως τον Μάρτιο 2005, οι λιγνιτικές μονάδες στην Ελλάδα κάλυπταν 61% της ζήτησης, ενώ οι ΑΠΕ (πλην των μεγάλων υδροηλεκτρικών) μόλις το 2%. Δεκαπέντε χρόνια μετά, για τον ίδιο μήνα, οι λιγνιτικές κάλυψαν λιγότερο από 11%, ενώ οι ΑΠΕ (πλην των μεγάλων υδροηλεκτρικών) έφτασαν το 29% ξεπερνώντας για λίγο και το φυσικό αέριο.

Η αναδιαμόρφωση λοιπόν του παραγωγικού μας μοντέλου μπορεί να βασιστεί στις ΑΠΕ, που είναι η μόνη μορφή παραγωγής ενέργειας που αυξήθηκε, ανεξάρτητα από την διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας ή το επίπεδο ανάκαμψης.

Για να είναι εφικτή όμως αυτή η ενεργειακή μετάβαση, και να πετύχουμε τους στόχους που έχουμε θέσει σε Εθνικό επίπεδο (εγκατάσταση των περίπου 9 GW νέας ισχύος από έργα ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια, από τα 7 GW που είμαστε σήμερα), απαιτούνται ριζικές αλλαγές.

Στην αδειοδότηση και στην χωροθέτηση αυτών των έργων, στη σύνδεσή τους στα δίκτυα ηλεκτρισμού και στην απορρόφηση της ενέργειάς τους από αυτά, καθώς και στον σχεδιασμό των αγορών ηλεκτρισμού (ενέργειας, επικουρικών υπηρεσιών, ευελιξίας και διαθέσιμης ισχύος).

Δεν είναι όμως μόνο θέμα διαδικασιών, αγορών και δικτυών. Η επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ πρέπει να διενεργηθεί με απόλυτη προστασία της φύσης, μέσα από την ορθή χωροθέτηση. Είμαστε σε μία μεταβατική φάση, πριν την αναθεώρηση του χωροταξικού σχεδίου και την εκπόνηση των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών, που μπορεί να διαρκέσει ακόμα 2 χρόνια. Στη διάρκεια αυτής της φάσης, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην παραγωγή ανανεώσιμη ενέργειας από έργα μικρής και μικρομεσαίας κλίμακας.

Και αυτό, όχι μόνο για τον προφανή λόγο της ενίσχυσης της ενεργειακής δημοκρατίας, με δυνατότητες πρόσβασης στην παραγωγή σε όσο το δυνατόν περισσότερους. Αλλά διότι μόνο με ένα τέτοιο μοντέλο συμμετοχικής ανάπτυξης θα συνεισφέρουμε στην καλλιέργεια ενός πραγματικού αισθήματος συν-ιδιοκτησίας της κλιματικής δράσης στην κοινωνία, διασφαλίζοντας υψηλά επίπεδα συναίνεσης.

Μπορούμε να προχωρήσουμε σε αυτές τις ριζικές αλλαγές άμεσα; Αναδιατυπώνοντας τη γνωστή ρήση (Αϊνστάιν), η λύση για τα προβλήματα δεν μπορεί να βρεθεί στο ίδιο επίπεδο που αυτά δημιουργήθηκαν.

Χρειάζεται να αλλάξουμε επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων. Η οικονομική, η κλιματική και η σημερινή υγειονομική κρίση είναι άλλωστε το αποτελέσματα της «κανονικότητας», όπως την είχαμε προδιαγράψει τόσα χρόνια. Ας οικοδομήσουμε μία νέα, βιώσιμη αυτή την φορά «κανονικότητα», με τις ανανεώσιμες πηγές στο κέντρο της ενεργειακής μετάβασης.

*του Χάρη Δούκα,
Αναπληρωτής Καθηγητής στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Πηγή: e-mc2.gr

Απάντηση